Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΟΚΟΡΑ

Καλημέρα κόκορα. Ο ήλιος ξεπροβάλλει στην ώρα του αλλά εσύ πάντα τον προλαβαίνεις.
Καλημέρα κόκορα. Αιώνιο σύμβολο συνέπειας και ευθύνης.
Καλημέρα κόκορα. Γάμησέ τα όλα γιατί τώρα αυτό πρέπει να κάνεις.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΛΕΤΗ



Στην αυγή του 22ου αιώνα, τα πράγματα δεν είναι εύκολα για την ανθρωπότητα, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο Γιωργάρας Σκιανάρας, ο μαθητής του θρυλικού χρονοταξιδευτή και χωροκάμπτη Λατρίχιου Σαλταπήδα.

Το πρόγραμμα εποικισμού της Σελήνης ναυάγησε και το αντίστοιχο του Άρη παρουσιάζει δυσκολίες. Η πληθυσμιακή έκρηξη έχει επιφέρει δραματικές αλλαγές στο περιβάλλον και τα πράγματα είναι οριακά. Η έκρηξη αυτή οφείλεται στην πραγματοποίηση του προαιώνιου ονείρου του Ανθρώπου, την Αθανασία.

Δεν θα σταθούμε σε λεπτομέρειες, θα πούμε μόνο ότι η βιογενετική έλυσε το πρόβλημα της άμεσης ανάπλασης και αναγέννησης των κυττάρων και της καταπολέμησης ιών και μικροβίων με ενέσιμα που γίνονται άπαξ και απελευθερώνονται στον οργανισμό όποτε χρειαστεί.

Πλέον έχει συνειδητοποιηθεί ότι η αθανασία του ανθρώπου απειλεί σοβαρά την ανθρωπότητα και η Παγκόσμια Κυβέρνηση παίρνει δραστικά και αυστηρότατα στην εφαρμογή τους μέτρα, χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση.

Ο βασικός νόμος έχει τον κωδικό LFL, δηλαδή life for life. Τι σημαίνει αυτό; Αν ένα ζευγάρι αποφασίσει να τεκνοποιήσει, το ομόφυλο άτομο πρέπει να θανατωθεί όταν το παιδί φθάσει στην ηλικία των δεκαέξι. Δηλαδή αν το παιδί είναι κορίτσι θανατώνεται η μητέρα και αν είναι αγόρι ο πατέρας.

Της θανάτωσης προηγείται μια μεγάλη τελετή, αντίστοιχη στο πνεύμα με ένα bachelor party αλλά σε μια μεγαλειωδέστερη εκδοχή. Η τελετή η οποία έχει τον χαρακτήρα ελεύθερου οργίου, γίνεται υπό την διακριτική εποπτεία της Κυβερνητικής Επιτροπής Ευθανασίας η οποία έχει την ευθύνη και για τα περαιτέρω. Στο όργιο επιτρέπονται τα πάντα εκτός από την ακραία σωματική βία που μπορεί να μην επιφέρει πια βλάβες αλλά θεωρείται προσβλητική, στα πλαίσια της ηθικής παράδοσης. Όταν το όργιο λάβει τέλος, ο μελλοθάνατος οδηγείται σε ένα περίφημο, αναπαυτικότατο και θαυμάσια διακοσμημένο κρεβάτι όπου του γίνονται δύο ενέσεις, η πρώτη για την εξουδετέρωση της προστασίας και η δεύτερη για την θανάτωση. Μετά τον διαπιστωμένο θάνατο, το κρεβάτι με το σώμα το νεκρού προωθείται αυτόματα στο κρεματόριο όπου καίγεται και η τέφρα αναρροφάται και εν συνεχεία εκτοξεύεται στον αέρα με την βοήθεια ειδικής συσκευής, ώστε να χαθούν τα ίχνη του θανόντος και να μην ανασυσταθεί από κάποιο παράνομο κύκλωμα λαθραίας αποκατάστασης το ζωντανό σώμα του. 
 
Ο Πολύδωρος Καραβοκύρης και η Ελένη (Νίτσα) Γεωργίου είναι ζευγάρι αν και φαινομενικά πρόκειται για τελείως διαφορετικά άτομα. Ο Πολύδωρος είναι καλλιτέχνης μουσικός, συνθέτης και οργανοπαίκτης, αφοσιωμένος στη ρεμπέτικη παράδοση. Για λόγους συντομίας θα τον λέγαμε απλά μπουζουξή. Η Νίτσα είναι κορυφαία επιστήμων, επικεφαλής της Παγκόσμιας Επιστημονικής Ομάδας για τον Εποικισμό του Άρη και από την αναγνωρισμένη ιδιοφυία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η επιτυχία του εγχειρήματος.

Ο Πολύδωρος και η Νίτσα, ερωτευμένοι ως τα μπούνια, αποφάσισαν να δώσουν την ευκαιρία στον έρωτά τους να καρποφορήσει, παρά τις τρομερές συνέπειες. Όταν έγινε γνωστή η εγκυμοσύνη της Νίτσας και ακόμη χειρότερα ότι το παιδί ήταν κορίτσι, παγκόσμιος σάλος ξεσηκώθηκε. Το πρόβλημα ήταν φοβερό, ο νόμος LFL δε μπορούσε με τίποτα να παραβιασθεί ή να αλλάξει και από την άλλη κινδύνευε να καταρρεύσει το σωτήριο πρόγραμμα εποικισμού του Άρη.

Οι τηλεσυζητήσεις, οι παγκόσμιες διαβουλεύσεις ακόμη και οι μηχανορραφίες έδιναν και έπαιρναν κατά την διάρκεια αυτών των δεκαέξι χρόνων, μέχρι να έρθει η ώρα του αφανισμού της Νίτσας Γεωργίου, της μεγάλης ελπίδας για την οριστική λύση του προβλήματος της ανθρωπότητας.
Βέβαια η Νίτσα είναι άνθρωπος συγκροτημένος με μεγάλη αίσθηση ευθύνης και ρίχνει μεγάλο βάρος στην εκπαίδευση της κόρης της με την ελπίδα ότι μπορεί να γίνει επάξια διάδοχός της. Η μικρή Φιλομήλα όμως παρότι διαθέτει το λαμπρό μυαλό της μητέρας της, διαπνέεται και από το ρεμπέτικο πνεύμα του Πολύδωρου. Έρχεται συνεχώς σε σύγκρουση με τη Νίτσα, επιλέγοντας την καλοπέραση και την ασωτία εις βάρος της επιμέλειας και της επιστημονικής προόδου.

Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, τίποτα δεν ήταν όπως τα περίμενε η εξαιρετική Νίτσα Γεωργίου. Η Φιλομήλα είναι μια δεκαεξάχρονη αλήτισσα, εθισμένη στα ναρκωτικά και στο σεξ και ο φουκαράς Πολύδωρος ένας γραφικός καταθλιπτικός μεθύστακας με μόνιμη παρέα την ρετσίνα από την περίφημη οινοποιεία Φ.Φ.Κόπολα που διατηρούν οι απόγονοι του μεγάλου σκηνοθέτη, γνωστού για την προτίμησή του σ’ αυτό το παρεξηγημένο κρασάκι.

Πάντως η μεγάλη τελετή προετοιμάστηκε με πάσα λαμπρότητα. Προσκλήθηκαν οι πάντες. Ένα ετερόκλητο πλήθος από κορυφαίους επιστήμονες, πολιτικούς, καλλιτέχνες, την αλητοπαρέα της Φιλομήλας, τους ταβερνόβιους μεθύστακες και μαστουρορεμπέτες του Πολύδωρου, τις γυναίκες  και τους άντρες των υπηρεσιών ασφαλείας της Παγκόσμιας Κυβέρνησης και τους διακριτικούς λειτουργούς της Επιτροπής Ευθανασίας που είχαν πιάσει τις γωνίες της μεγάλης αίθουσας.

Και τι αιθουσάρα είναι αυτή! Διαθέτει πολυθρόνες, καναπέδες, πουφ, ανάκλιντρα, κρεβάτια, χαλιά, κιλίμια, μαξιλάρες, ναργιλέδες, πελώριες γλάστρες με τροπικά δέντρα και λουλούδια με μεθυστικά αρώματα, φωτισμούς για όλα τα γούστα και μια βεράντα μεγάλη και καταπληκτική με ηχεία τελευταίας τεχνολογίας που δημιουργούν μια γλυκιά θάλασσα μουσικής για να ταξιδέψει όλο αυτό το παράξενο λεφούσι.

Η τελετή ξεκίνησε σεμνά, με τους νεαρούς σερβιτόρους με τις λιβρέες και τις ζουμερές σερβιτόρες με περιβολή οδαλίσκης να σερβίρουν άφθονους μεζέδες και εκλεκτά ποτά. Το τιμώμενο πρόσωπο -τι τιμή κι αυτή – με ένα σικάτο κόκκινο φόρεμα, βαθύ σχίσιμο, υπέροχο ντεκολτέ και πανάκριβα μεγάλα σκουλαρίκια από πλατίνα και αστραφτερά μπριγιάν, κινούμενη με μεγάλη άνεση και χάρη πάνω στις ψηλοτάκουνες δημιουργίες Lobardi, χαμογελούσε πλατειά σε όλους, ακόμη και στους υφιστάμενους στην Παγκόσμια Επιστημονική Ομάδα που την τρέμανε και την φωνάζανε κρυφά σκύλα και καργιόλα, ακόμη και στην αλητοπαρέα της Φιλομήλας με τα σκισμένα τζιν και τα Τ-shirt που γράφανε πράγματα που σε κάνουν κόκκινο σαν παντζάρι.

Όλα κυλούσαν λοιπόν υποτονικά και ευγενικά, σαν μια οποιαδήποτε δεξίωση, καμία σχέση με όργιο και bachelor party. Τα πράγματα πήγαιναν προς το να αποχωρήσουν χασμώμενοι οι οινόφλυγες μαστουρορεμπέτες του Πολύδωρου, οι αληταράδες της Φιλομήλας ου μην και οι βαριεστημένοι πράκτορες ώστε να μείνουν να κατευοδώσουν την κυρία Γεωργίου οι άνθρωποι της σειράς της.
Να όμως που με μιας ήρθαν τα πάνω-κάτω. Τα αλητόπαιδα της Φιλομήλας, με σβέλτες κινήσεις, άρχισαν να στρώνουν σε τραπέζια και τραπεζάκια την άσπρη σκόνη και να την στοιχίζουν όμορφα με τις κάρτες τους σε ίσιες γραμμές. Είδαν οι μαστουρορεμπέτες  την κίνηση και πιάσαν δουλειά με τους ναργιλέδες και το προϊόν της Καλαμάτας το άριστο.

Όλο το σκηνικό άλλαξε. Θυμήθηκαν άπαντες τον πραγματικό χαρακτήρα της τελετής και έγινε το σώσε. Ο ένας έσπρωχνε τον άλλο στα χασίσια και στις κόκες και δεν έμεινε κανείς αναμάρτητος, ούτε καν η κυρία Γεωργίου, άλλωστε για κείνην γινότανε όλος ο σαματάς.

Μαθημένοι και αμάθητοι ρουφούσαν και έπιναν, βοηθούσαν και τα ενέσιμα για μη μείνουν στον τόπο σχετικοί και άσχετοι και η μουσική άλλαξε γραμμή και από τις σχεδόν ψαλμωδίες της αρχής το γυρίσανε στα ρυθμικά, τα ταμ-ταμ και τα πρόστυχα. Μόνο ο φτωχός ο Πολύδωρος καθότανε στη γωνίτσα του και πολέμαγε να βρει κάτι λυπητερούς δρόμους στο όργανο.

Και τότε έγινε το έλα να δεις. Η αλητοπαρέα της Φιλομήλας μπουρδουκλώθηκε σε περιπτύξεις πέραν πάσης φαντασίας, έβαζαν τρικλοποδιές και έριχναν τις οδαλίσκες στα τέσσερα για να τις χώσουν στο βρώμικο παιχνίδι τους και δεν σεβάστηκαν ούτε τους νεαρούς σερβιτόρους με τις λιβρέες που έγιναν κουρέλια και παλιόπανα. Αλλά το πράγμα δεν έμεινε εκεί.

Οι υφιστάμενοι της κυρίας Νίτσας που υπέφεραν χρόνια καταπίεση και εξευτελισμούς όρμησαν με όλο τους το δίκιο πάνω στην προϊσταμένη τους και κατέσχισαν την σικάτη τουαλέτα και τα ντελικάτα εσώρουχα, παίρνοντας κομματάκια από τα σκισμένα ρούχα σαν λάφυρα και σουβενίρ. Εκείνη δεν πρόβαλε καμία αντίσταση, κάθε άλλο, έδειξε αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και μπήκε στο ερωτικό παιχνίδι με θάρρος και πρωτοβουλία.

Οι υφιστάμενες της κυρίας Γεωργίου δεν έχασαν την ευκαιρία και έβαλαν μπροστά τα όπλα που είχαν την προνοητικότητα να φέρουν από το σπίτι, κάτι πελώριους αστραφτερούς δονητές, για να πάρουν εκδίκηση από την στρίγγλα που παρ’ όλα αυτά δεν τους έκανε τη χάρη να θυμώσει, το αντίθετο μάλιστα.

Κάτι φερέλπιδες νεαρές αοιδοί προσπάθησαν να ξεκουμπώσουν το παντελόνι του Πολύδωρου για να βάλουν σε λειτουργία το άλλο του όργανο, αυτός όμως σήκωσε το καλό του όργανο, το μπουζούκι, να τους το φέρει στο κεφάλι, τελευταία στιγμή όμως κρατήθηκε αφενός γιατί λυπήθηκε το οργανάκι και αφετέρου γιατί απαγορευότανε η σωματική βία, τάπαμε αυτά.

Όλο αυτό το βρώμικο αλισβερίσι κράτησε ώρες ατελείωτες. Και συμμετείχαν όλοι, όλοι απαξάπαντες και οι κυρίες με τις μακριές τουαλέτες και οι κύριοι με τα σμόκιν και μόνο οι άνθρωποι της Επιτροπής Ευθανασίας παρέμεναν ήσυχοι στη γωνιά τους παρατηρώντας τα τεκταινόμενα με ουδέτερη διάθεση, προσέχοντας μόνο μην παραβιαστούν οι κανόνες της ακραίας σωματικής βίας.
Όταν στο τέλος κάποιοι αποχώρησαν παραπαίοντες ελεεινά και οι υπόλοιποι ταβλαρώθηκαν ψόφιοι, ας ήταν καλά τα ενέσιμα που τους κρατούσαν ζωντανούς, έμεινε μόνο ο Πολύδωρος να γρατζουνάει το μπουζουκάκι του με τα μάτια κόκκινα από κλάμα και αγρύπνια.

Έφτασε λοιπόν η μεγάλη ώρα. Οι άνθρωποι της Επιτροπής Ευθανασίας ανέλαβαν δράση μιας και η μελλοθάνατη δεν ήταν σε θέση να μεταφερθεί μόνη της στο νεκροκρέβατο. Μετέφεραν το σώμα με προσοχή και έδωσαν εντολή στην Περιστέρα Μπαζιάνα, απόγονο της Πρώτης Κυρίας σε μια παλιά χώρα που την λέγανε Ελλάδα, να προχωρήσει την διαδικασία του αιώνιου ύπνου, όπερ και εγένετο. Και το σώμα της άμοιρης γυναίκας έγινε εν τέλει στάχτη που διαλύθηκε στον αέρα.
Μετά από κάμποσες ώρες η Νίτσα Γεωργίου ξύπνησε. Γύρω της είδε ανθρώπους να προσπαθούν να ανασηκωθούν τρεκλίζοντας. Το μάτι της δεν πήρε την Φιλομήλα.

Υπάρχει μια λεπτομέρεια στο νόμο LFL που μέσα στην πρεμούρα μου να διηγηθώ αυτά τα συνταρακτικά γεγονότα παρέλειψα να αναφέρω: Όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου, υπάρχει μόνο μια περίπτωση να γλιτώσει ο γονιός τον θάνατο. Να πάρει το παιδί οικειοθελώς την θέση του. Αυτό ακριβώς γράφτηκε στο πρακτικό ευθανασίας της Φιλομήλας Καραβοκύρη.               

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΕ ΧΑΡΕ



Πελάαατες μου! Ειλικρινά τώρα, ο μόνος άνθρωπος που δεν ήθελα να τον πάρω αγώγι. Ο σπανιότατος καλός άνθρωπος. Γιατί έχω απαυδήσει με το είδος σας. Ούτε τον εαυτό σας δεν ξέρετε ν’ αγαπήσετε. Τι σας φταίει ο Χάρος; Τον έχετε συλλάβει με τη νοσηρή σας φαντασία άλλοτε σαν ανθρώπινο σκελετό και άλλοτε σαν άνθρωπο κακό, άσχημο και τρομερό. Και τούχετε φορέσει μαύρα, καλογερίστικα ρούχα, λες και ο Χάρος έχει το φριχτό γούστο σας. Ποιος ήταν εκείνος ο εξυπνάκιας ο αρχαίος σας που είπε τη μεγάλη σαχλαμάρα «πάντων χρημάτων μέτρον Άνθρωπος»; Ανεξάρτητα από το τι εννοούσε, εγώ κι εσείς το καταλάβαμε όπως εφαρμόστηκε: εσείς αποφασίζετε σ’ αυτή την Πλάση τι είναι καλό και τι δεν είναι και καλό είναι ότι σας συμφέρει. Γι αυτό τα έχετε γαμήσει όλα – για να γίνω και λίγο αισχρός σαν κι εσάς που τα πάντα γυρνάνε γύρω από το γενετήσιο ένστικτο : βρισιές, κατάρες, ακόμη και φιλικές προσφωνήσεις. Αλλά ούτε στο γαμήσι βρίσκετε παρηγοριά και όλα στη ζωή σας φταίνε. Η ζωή σας φταίει και όχι ο θάνατος. Γαμώ τη ζωή μου λέτε, όχι γαμώ τον θάνατό μου ή γαμώ τον Χάρο μου. Βέβαια τα άλλα ζωντανά, ζώα, φυτά τα στέλνετε στο Χάρο χωρίς ενδοιασμό και κυρίως χωρίς ενδοιασμό, με φριχτή σκληρότητα και με μίσος ξαποστέλνετε τους ομοίους σας, τους ανθρώπους, ενίοτε και τον εαυτό σας τον ίδιο. Είμαι φουρκισμένος αλλά να πάρω μιαν ανάσα.

Οι εξαιρέσεις που λέμε. Είπαμε για τον Βέγγο, να πούμε και για το άλλο καλό γεροντάκι, τον Σαραμάγκου που με παρουσιάζει γυναίκα - άλλωστε στη γλώσσα του η λέξη θάνατος είναι γένους θηλυκού – και αποδεικνύει με ατράνταχτα επιχειρήματα ότι αν κάνει στάση εργασίας ο Χάρος την έχετε βάψει. Σωστός ο Σαραμάγκου αν και δε με έχει δει καταπρόσωπο ούτε θα με δει ποτέ. Δε λέω ότι δεν θα τον πάρω, δε μπορώ να κάνω τέτοιες εξαιρέσεις αλλά ούτε μου το ζήτησε κι αυτός γιατί είναι σοβαρός και ευγενής σαν τα ζώα που επίτηδες τα έχετε υποτιμήσει για να τα καθαρίζετε χωρίς τύψεις. Το ζώο όμως όταν ξέρει ότι πλησιάζω πάει σε μια γωνιά ήσυχα, συνεπές στο ραντεβού. Εσείς θέλετε από πάνω σας δέκα γιατρούς, είκοσι νοσοκόμες και ένα κάρο μηχανήματα.

Κι επειδή είπαμε για Σαραμάγκου, η αλήθεια είναι ότι κανένας δε με έχει δει καταπρόσωπο όπως σωστά έχει παρατηρήσει ένας πιο σοφός και πιο σωστός αρχαίος από τον άλλονε με τα «πάντα χρήματα». Είπε λοιπόν ο σοφός ότι όπου είσαι εσύ δεν είναι ο θάνατος και όπου είναι ο θάνατος δεν είσαι συ. Σωστό όταν πρόκειται για το δικό σου αγώγι. Όταν πρόκειται για αγώγι άλλου επιτρέπεται να παρίστασαι. Τότε όμως δε βλέπεις το πρόσωπό μου αλλά την πλάτη μου. Αν πάντως είδες μαύρο ράσο δεν είμαι εγώ αλλά ο παππάς για τη μετάληψη. Να μη μπερδεύουμε συνέχεια τα πράγματα.

Ούτε βαρκάρης είμαι. Αν κάποιος με είδε σαν ψαρά και σα βαρκάρη να το πει τώρα. Αν με είδε στον ξύπνιο του, όχι στον ύπνο του, γιατί στον ύπνο του γαμάει και τη Μπελούτσι. Τέλος πάντων, για να μη μακρηγορούμε, θα μιλήσω τώρα αμέσως γι αυτό που βλέπετε, δηλαδή για τη σύλληψη του Σκιάνη. Ο Σκιάνης με δείχνει με γυρισμένη την πλάτη, να φοράω πράσινο φούτερ με κουκούλα και να βρίσκομαι μέσα σε μια αποθήκη με εργαλεία. Τον σέβομαι τον Σκιάνη γιατί ζήτησε τη γνώμη μου και ανταλλάξαμε πάρα πολλά ηλεκτρονικά μηνύματα. Βέβαια ξέρω ότι είναι μουλωχτός και υστερόβουλος. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρύψει την ανόητη ματαιοδοξία του. Ζητιανεύει ψιχία από την Αιωνιότητα κυνηγώντας στην ουσία μια εφήμερη δόξα που θα του προσφέρει μια ψευδαίσθηση αθανασίας. Μας έχει ταλαιπωρήσει με άθλιες ταινίες, τιποτένια σενάρια, χυδαία διηγήματα και φιλοσοφικές αρλουμπολογίες. Τότε γιατί συμμαχώ, έστω προσωρινά, με τον Σκιάνη που με παρακάλεσε να τον αποκαλώ Γιωργάρα Σκιανάρα λες και με το άρα θα τρομάξει τον Χάρο, δηλαδή εμένα. Δεν πήρε το μάθημα του Διγενή στα μαρμαρένια αλώνια και του άλλου του μάγκα που ήθελε να πιούμε και να τραγουδήσουμε μαζί; Τέλος πάντων, θα σας αποκαλύψω – αν και δεν το αξίζετε - γιατί συμμαχώ μ’ αυτόν τον χέστη. Πρώτον γιατί ο Λένιν είπε θα συμμαχήσουμε και με τον Διάβολο κι εγώ από τον Διάβολο προτιμώ τον Σκιάνη γιατί τον έχω του χεριού μου ενώ τον άλλονε δε μπορώ να τον πειράξω κι αυτά τα περί πατήματος του Διαβόλου είναι άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Δεύτερον γιατί ο Σκιανάρας έχει καλές ιδέες, κάτι σαν τον Σαραμάγκου, άλλο αν στη συνέχεια τα σκατώνει.

Πρώτη ιδέα του Σκιανάρα είναι ότι ο Χάρος δηλαδή εγώ δεν έχει ένα χρώμα αλλά πολλά, ανάλογα με την περίσταση. Για το άρρωστο ο Χάρος φοράει τη μπλούζα του γιατρού που είναι άσπρη εκτός αν είναι χειρούργος οπότε είναι πράσινη ή μπλε. Για τον βάζελο ο Χάρος φοράει κόκκινα και για τον Γαύρο πράσινα. Φοράω επίσης χακί ή στολή παραλλαγής στον πόλεμο αλλά άμα λάχει και στην ειρήνη και άλλα πολλά χρώματα - τα πάντα όλα για να μη μακρηγορώ. Δεύτερη ιδέα του Σκιανάρα είναι ότι η ιστορία με το δρεπάνι είναι μεγάλη μαλακία. Να μιλήσουνε τα φυτά για δρεπάνι πάει κι έρχεται αλλά ο άνθρωπος; Όλα τα εργαλεία διαθέτει ο Χάρος, τα πάντα όλα και η αποθήκη που με τοποθετεί ο Σκιάνης είναι συμβολική – συμφώνησα λόγω του χαμηλού μπάτζετ – και για κανέναν άλλο λόγο. Πού να χωρέσουνε σε μια αποθηκούλα οι διηπειρωτικοί πύραυλοι με τις πυρηνικές κεφαλές, τα στελθ, τα αεροπλανοφόρα και όλα τα καλούδια; Θα μου πείτε αυτά είναι δικά σας εργαλεία, των ανθρώπων. Και ποιος σας είπε ότι ο Άνθρωπος δεν είναι ο καλύτερος συνεργάτης του Χάρου δηλαδή Εμού; Παίρνω μια ανάσα και συνεχίζω.

Το μεγαλειωδέστερο εύρημα αυτής της σκατόφατσας, του Σκιανάρα, αυτό που κατά την άποψη του Χάρου μπορεί να του δώσει το εισιτήριο για την Αθανασία, λέμε τώρα, είναι ότι δεν υπάρχει κυρίες και κύριοι ένας Χάρος. Είναι ηλίου φαεινότερο αλλά πού να το πάρετε χαμπάρι εσείς. Χάρος νάναι κι ότι νάναι, κακό πράγμα. Μα τι λέτε ρε παιδιά; Καλός Χάρος, Κακός Χάρος και Άσχημος Χάρος. Ο Σκιανάρας το κατάλαβε γι αυτό και απηύθυνε την αίτησή του στον Καλό Χάρο, σε μένα δηλαδή και το πρώτο πράγμα που μου ζήτησε ήταν να γίνει πελάτης μου. Επιφυλάχθηκα να του απαντήσω σ’ αυτό αλλά συμφώνησα με τις ιδέες του και πρόσθεσα τα δικά μου. Το λοιπόν: Ο Καλός Χάρος, δηλαδή Εγώ, παίρνω τους γέρους στον ύπνο τους. Εργαλείο μου είναι ένα μικρό φτερό που τους κλέβει την ανάσα. Ο Κακός Χάρος παίρνει μικρά παιδιά. Ο Άσχημος Χάρος παιδεύει. Αυτοί έχουν όλα τα εργαλεία του κόσμου, να μην τα απαριθμούμε τώρα. Μάλιστα επειδή δεν προλαβαίνουνε έχουνε τις εταιρίες τους με χιλιάδες υπαλλήλους. Εγώ έχω μια μικρή εταιρία, μου φτάνουν λίγοι υπάλληλοι χωρίς αποθήκη παρά μόνο ένα συρτάρι με τα φτεράκια. Και για να δικαιώσουμε τον Σαραμάγκου και τις φεμινίστριες, υπάρχει ποσόστωση στους υπαλλήλους, έχουμε και γυναίκες. Βέβαια τα αφεντικά είναι άντρες, αυτό να λέγεται.

Η συνέχεια επί της οθόνης λέει  ο Σκιανάρας. Αν του το επιτρέψω βέβαια.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΚΑΤΣΕ ΚΑΛΑ

Άκουσα πρώτη φορά για τον Γεράσιμο Αρσένη όταν ανέλαβε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981. Εκείνη την εποχή δεν με ενδιέφερε να ενημερώνομαι για τους έλληνες που διέπρεπαν σε πλείστους τομείς επιστήμης και τέχνης  στην αλλοδαπή. Για καλύτερες μέρες είχα εμπιστοσύνη στις "λαϊκές δυνάμεις" και στην "πολιτική βούληση".

Δεν γνώριζα λοιπόν τον Γεράσιμο Αρσένη αλλά είχα ακούσει πολλά για την αδερφή του Κίττυ, την ηθοποιό και αγωνίστρια του αντιδικτατορικού αγώνα. Εντούτοις ο Γεράσιμος ήταν μια εξίσου σπουδαία προσωπικότητα, διευθυντής στον Οργανισμό για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη του ΟΗΕ. Εκλήθη από τον Ανδρέα Παπανδρέου για να βοηθήσει και δεν δίστασε να εγκαταλείψει μια θέση με παγκόσμια ακτινοβολία.

Δεν θα σταθώ σε λεπτομέρειες για τις υπουργικές του θητείες στην Εθνική Οικονομία, στο Υπουργείο Οικονομικών, στην Εμπορική Ναυτιλία, στην Εθνική Άμυνα και στην Παιδεία. Θα σταθώ στις αρετές του που μπόρεσα να τις εκτιμήσω και από πιο κοντά, μέσα από μια σχέση "συμπεθεριού".
Ο Γεράσιμος ήταν ευφυής, εργατικός, οργανωτικός, ψύχραιμος, σταθερός, οραματιστής και πάνω απ' όλα - σύμφωνα με την δική μου κλίμακα αξιών - ανιδιοτελής. Ήθελες ρουσφέτι, χάρη και εξυπηρέτηση; Όχι στον Γεράσιμο, μακάρι νάσουνα και ο γιος του. Ήθελες να δώσεις μίζες, να εξαγοράσεις και να διαφθείρεις; Μακριά από τον Γεράσιμο.

Διάβασα πρόσφατα ότι το μειράκιον Τσίπρας πρωτοστάτησε στον αγώνα της σπουδάζουσας νεολαίας κατά της μεταρρύθμισης Αρσένη με το κλασικό σύνθημα "κάτσε καλά Γεράσιμε". Που νάξερε ο φουκαράς Αλεξάκης, ο πρίγκιπας της κωλοτούμπας, ότι ο Γεράσιμος με το σπουδαίο χιούμορ το γούσταρε αυτό το σύνθημα: Ποτέ του δεν έκατσε καλά, ούτε με τους πανίσχυρους Τσάτσους της ΑΓΕΤ, ούτε με τα πολιτικά κακομαθημένα παιδάκια της ήσσονος προσπάθειας.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ



Στην δεκαετία του ’90, μετά τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που σύμβολό τους υπήρξε η πτώση του τείχους, άνοιξε ο δρόμος και στην Ελλάδα για ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις που στην Ευρώπη είχαν κυοφορηθεί ήδη από την δεκαετία του ’70 με την αλλαγή στάσης των κομμουνιστικών κομμάτων Ισπανίας και κυρίως Ιταλίας και την εμφάνιση του «Ευρωκομμουνισμού» που ευνοούσε κυβερνήσεις συνεργασίας της παραδοσιακής αριστεράς με την κεντροδεξιά.

Η Ελλάδα δεν ακολούθησε την εποχή εκείνη για πολύ συγκεκριμένους λόγους: Το 1974, μόλις έβγαινε από μια δικτατορική διακυβέρνηση για την οποία είχαν θεωρηθεί υπεύθυνοι οι αμερικάνοι οι οποίοι αν μη τι άλλο την είχαν αναγνωρίσει αμέσως και την είχαν στηρίξει. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ ήταν ο στρατιωτικός πυλώνας της Δύσης μέσω του ΝΑΤΟ και το ισχυρό κέντρο χάραξης της πολιτικής της δυτικής συμμαχίας, μέσα στην ελληνική κοινωνία κατεγράφετο τότε μια κυριαρχούσα τάση αντιαμερικανισμού και συνακόλουθα μια δυσπιστία προς τις ισχυρές χώρες που συγκροτούσαν τον πρωταρχικό πυρήνα της ΕΟΚ.

Αυτές οι διαθέσεις της κοινής γνώμης εκφράζονταν με τρόπο κατηγορηματικό από το ΚΚΕ που ακολουθούσε πιστά την σοβιετική πολιτική και από το ΠΑΣΟΚ που κρατούσε ίσες αποστάσεις από ανατολική και δυτική Ευρώπη και προσέβλεπε σε μια στενότερη σχέση με το κίνημα των αδεσμεύτων. Το ΚΚΕες, παρότι είχε μια ηγεσία γαλουχημένη κατά την σταλινική περίοδο, εφόσον έχασε την υποστήριξη της ΕΣΣΔ και των συμμάχων της στράφηκε προς τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα Ιταλίας και Ισπανίας υιοθετώντας μια στάση περισσότερο φιλοευρωπαϊκή και στο εσωτερικό πιο συναινετική σε ότι αφορά την σχέση με την κεντροδεξιά (ΝΔ) η οποία δεν είχε ξεχάσει την παραδοσιακή φιλοδυτική της ταυτότητα και την αντίθεσή της με το κομμουνιστικό στρατόπεδο και την εγχώρια αριστερά.

Εκτός αυτού, κοινωνικά η αριστερά παρέμενε περιθωριοποιημένη γιατί οι πληγές του εμφυλίου δεν είχαν κλείσει, ο κρατικός μηχανισμός κυριαρχείτο από υπαλλήλους που πληρούσαν τα κριτήρια των πολιτικών φρονημάτων και το μεγάλο μέρος των πολιτικών προσφύγων περίμενε έγκριση επαναπατρισμού.

Ένα σημαντικό κομμάτι του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ αφορούσε στην αποκατάσταση της ισονομίας των πολιτών, ανεξάρτητα από τα πολιτικά τους φρονήματα, υπόσχεση που τηρήθηκε σε ότι αφορά την κατάργηση του αποκλεισμού των αριστερών αλλά χωρίς να αποφευχθεί μια τάση ρεβανσισμού έναντι των δεξιών.

Το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να σφυρηλατήσει μια ισχυρή πολιτική ηγεμονία αντιμετωπίζοντας προνομιακά τα μέλη του και τους φίλους του, εξασφαλίζοντάς τους με άμεσο ή έμμεσο τρόπο ιδιαίτερες προσόδους. Το σύνθημα «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά» ήταν ενδεικτικό της διάθεσης του ΠΑΣΟΚ να διατηρήσει υπέρ του την πόλωση και φυσικά η συναίνεση σε οποιοδήποτε πεδίο της πολιτικής δεν ήταν μέσα στα σχέδια κανενός από τους τρεις πόλους, δηλαδή της κεντροαριστεράς, της αριστεράς και της κεντροδεξιάς.

Η συμμαχία του ’89 μεταξύ αριστεράς και κεντροδεξιάς με ηγέτη τον Μητσοτάκη δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας προγραμματικής σύγκλισης αλλά προϊόν της επιθυμίας να πληγεί η ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ και ως εκ τούτου δεν μακροημέρευσε.

Η δεκαετία του ’90 βρήκε το ΠΑΣΟΚ να αλλάζει, μέσα από μια ριζική  διαφοροποίηση των διεθνών συσχετισμών. Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ έκανε επιτακτική ανάγκη την ολόθερμη στροφή προς το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της ικανοποίησης των κριτηρίων σύγκλισης για την ένταξη στο ενιαίο νόμισμα. Δόθηκε συνεπώς βάρος στη συγκράτηση των ελλειμμάτων και του πληθωρισμού.

Η πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη αποσκοπούσε στον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας και του κράτους χωρίς να εξασφαλίσει ποτέ την επί της ουσίας έγκριση ούτε της κοινωνίας ούτε του κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν η ένταξη μεν στην ΟΝΕ χωρίς όμως τις προϋποθέσεις εκείνες που θα θωράκιζαν αυτή την ένταξη.

Η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή που διαδέχθηκε τον Σημίτη προτίμησε τον εύκολο δρόμο της επιστροφής στις παροχές και στους διορισμούς των ημετέρων με αποτέλεσμα την εκτίναξη του χρέους.

Η παγκόσμια κρίση του 2008 επηρέασε την Ελλάδα κατά τούτο: Οι αγορές έγιναν πολύ δύσπιστες απέναντι στις χώρες που είχαν μεγάλο χρέος με αποτέλεσμα την εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού. Ο Καραμανλής αντιλήφθηκε ότι δεν θα την πάλευε και ουσιαστικά έπεσε αμαχητί.

Ο Γιώργος Παπανδρέου που τον διαδέχθηκε πόνταρε σε ένα κεϊνσιανό πρόγραμμα «πράσινης ανάπτυξης» και στον εκσυγχρονισμό του κράτους με την κοινωνία της πληροφορικής, την διαφάνεια με την θεσμοθέτηση της «Διαύγειας» και την ισονομία των πολιτών και αξιοκρατία με την επιλογή γραμματέων των υπουργείων βάσει βιογραφικού. Ο Γ. Παπανδρέου έκανε όμως το λάθος να μην προετοιμαστεί για την επερχόμενη ασφυξία από την ραγδαία αύξηση των επιτοκίων δανεισμού και να αποπροσανατολίσει τον λαό με το εντελώς άστοχο «λεφτά υπάρχουν».

Όταν ξέσπασε η καταιγίδα, βρέθηκαν απροετοίμαστες τόσο η Ελλάδα όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση για το ενδεχόμενο της στάσης πληρωμών και της εξόδου της χώρας μας από το ευρώ.

Με εργώδεις προσπάθειες από όλα τα μέρη βρέθηκε η λύση της χρηματοδότησης από Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με την υπογραφή του Μνημονίου στις 2 Μαΐου 2010.

Μέσα σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, ήταν μάλλον φυσιολογικό να μην συναινέσουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην ψήφιση και εφαρμογή του μνημονίου και να σηκώσουν «αντιμνημονιακή» σημαία. Το φορτίο λοιπόν της εφαρμογής των μέτρων το ανέλαβε μόνη της η πασοκική κυβέρνηση Παπανδρέου, ήδη όμως άρχισαν να σχηματίζονται μέσα στην κοινή γνώμη δύο διαφορετικές τάσεις που χονδροειδώς ονομάστηκαν «μνημονιακή» και «αντιμνημονιακή».

Αυτοί οι χαρακτηρισμοί σαφώς και εκπορεύθηκαν από τους λεγόμενους «αντιμνημονιακούς» διότι έτσι αποκτούσαν ηθικό πλεονέκτημα, δεδομένου ότι το «μνημόνιο» και η «τρόικα» ήταν όροι με αρνητική συναισθηματική φόρτιση. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική : Όλοι αντιλαμβάνονταν την επαχθή πλευρά της εφαρμογής των μέτρων με την διαφορά ότι οι λεγόμενοι «μνημονιακοί» θεωρούσαν πώς το μνημόνιο αφενός ήταν μονόδρομος και αφετέρου περιελάμβανε και μεταρρυθμιστικά μέτρα που θα βελτίωναν την λειτουργία του κράτους, την δημοσιονομική πολιτική και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Το πρώτο διάστημα της εφαρμογής του μνημονίου υπήρξαν θετικά σημάδια που προέκυψαν κυρίως από περιστολή των αλόγιστων δαπανών του κράτους. Με την εφαρμογή της «Διαύγειας» αφενός οι κρατικές δαπάνες κοινοποιούντο και αφετέρου κάθε πρόσληψη ή απασχόληση νέου προσωπικού στο Δημόσιο ή στις ΔΕΚΟ γινότανε με διαγωνισμό, ανακοίνωση διαγωνισμού, υποβολή αιτήσεων ενδιαφερομένων και αξιολόγηση. Η «Διαύγεια» είναι η σπουδαιότερη προίκα που μας άφησε εκείνη η περίοδος.

Στα μέσα του 2011 έγινε αντιληπτό ότι η πορεία των πραγμάτων δεν ήταν καθόλου καλή και ότι θα χρειαζότανε και δεύτερο πρόγραμμα διάσωσης. Η αποτυχία του πρώτου προγράμματος οφειλότανε τόσο στον πρόχειρο σχεδιασμό του όσο και στην καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων στις οποίες αντιδρούσαν σθεναρά συνδικαλιστικοί φορείς και ελίτ υπερπροστατευμένες από το κράτος. Δυστυχώς δεν υπήρξε και η σωστή αντίδραση από τους εκτός κυβέρνησης πολιτικούς φορείς, κυρίως την ΝΔ του Σαμαρά που επέμενε στο «αντιμνημονιακό» μπαϊράκι και ουσιαστικά αβαντάριζε το κίνημα των «αγανακτισμένων» που ξεκίνησε τον Μάιο του 2011. Ο Σαμαράς βέβαια υπονόμευε και το δικό του μέλλον γιατί οι «αγανακτισμένοι» βοήθησαν ώστε μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης να στραφεί προς τον ΣΥΡΙΖΑ και ένα άλλο προς την Χρυσή Αυγή, κόμματα που σπεκουλάριζαν ανενδοίαστα πάνω στην δυσφορία του λαού για τα μέτρα.

Ο Παπανδρέου, στα τέλη του 2011, επέμεινε για συναίνεση την οποία απέκρουσε ο Σαμαράς που ζητούσε εκλογές. Το δημοψήφισμα που πρότεινε ο Παπανδρέου για αποδοχή ή όχι του μνημονίου, το οποίο μετατράπηκε από την Ε.Ε. σε παραμονή ή όχι της Ελλάδας στην Ευρωζώνη ταρακούνησε τον ελληνικό πολιτικό κόσμο και, χωρίς φυσικά να διεξαχθεί, έφερε την συναίνεση για συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ με πρωθυπουργό τον πρώην αντιπρόεδρο του ΔΣ της ΕΚΤ Λ. Παπαδήμο. Κύριος στόχος της συγκυβέρνησης ήταν η έγκριση του δεύτερου πακέτου βοηθείας και οι διαπραγματεύσεις για αναδιάρθρωση του χρέους, πράγμα που τελικά επιτεύχθηκε αλλά δεν εδραίωσε την συναίνεση η οποία είχε να αντιμετωπίσει μεγάλη λαϊκή αντίδραση ενορχηστρωμένη κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την επιθυμία του Σαμαρά να πάει σε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον ίδιο.

Μετά από δύο εκλογικές αναμετρήσεις κατορθώθηκε να γίνει κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ υπό τον Σαμαρά που αποτέλεσε την δεύτερη απόπειρα μιας κατά το δυνατόν ευρείας συναίνεσης. Βεβαίως η καθυστέρηση αλλά και η ακυβερνησία που επέφεραν οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις ήταν εις βάρος της προσπάθειας για αντιμετώπιση της κρίσης.

Αυτή η κυβέρνηση είχε συγκεκριμένες επιτυχίες κυρίως στην περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών, την δραστική μείωση της τιμής των φαρμάκων που ελάφρυνε τις δαπάνες ασφαλιστικών ταμείων και κράτους, την προώθηση κάποιων μεταρρυθμίσεων αλλά και στην εδραίωση καλύτερου κλίματος εμπιστοσύνης στους εταίρους της Ε.Ε. Ορατό αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η εμφάνιση στα τέλη του 2014 ενός μικρού ποσοστού ανάπτυξης μετά από έξη χρόνια ύφεσης.

Η ήττα του Σαμαρά στις Ευρωεκλογές του 2014 σαν αποτέλεσμα της φθοράς από τα αντιδημοφιλή μέτρα σε συνδυασμό με την δημαγωγία του ΣΥΡΙΖΑ περί σχισίματος των μνημονίων και επιστροφής στο προ κρίσης βιοτικό επίπεδο του λαού μέσω μιας αριστερής, ριζοσπαστικής πολιτικής, οδήγησε τον αρχηγό της ΝΔ σε μια λαϊκίστικη οπισθοδρόμηση, με ανασχηματισμό, εγκατάλειψη των μεταρρυθμίσεων και μια αποτυχημένη, βεβιασμένη προσπάθεια να κλείσει η τελευταία αξιολόγηση του μνημονίου για να περάσει η χώρα στο πιο ελαστικό καθεστώς της προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής.

Οι επόμενες εκλογές, στις αρχές του 2015, ανέδειξαν νικητή τον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος σχημάτισε κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ. Η νίκη αυτή χαρακτηρίζεται σαν επικράτηση των «αντιμνημονιακών» έναντι των «μνημονιακών».

Ο ΣΥΡΙΖΑ ρίχνει το βάρος της πολιτικής του στην διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους εταίρους για μια πιο συμφέρουσα συμφωνία με αναδιάρθρωση του χρέους ενώ στο εσωτερικό της χώρα επικρατεί απραξία, πλήρης χαλάρωση στην είσπραξη φόρων και γενική παράλυση.

Ενώ τα πράγματα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο με επιστροφή στην ύφεση και μεγάλη αύξηση του χρέους, ο Τσίπρας εξαγγέλλει τον Ιούνιο δημοψήφισμα όπου το ερώτημα είναι αν ο ελληνικός λαός αποδέχεται ένα σχέδιο συμφωνίας που πρότειναν οι εταίροι. Πρόκειται για ψευδοερώτημα διότι οι εταίροι δηλώνουν κατηγορηματικά ότι η πρόταση αυτή έχει αποσυρθεί από το τραπέζι, οπότε για τους μεν οπαδούς του ΝΑΙ το ερώτημα είναι ΝΑΙ ή ΟΧΙ στο ευρώ και στην Ευρώπη ενώ για τους οπαδούς του ΟΧΙ το ερώτημα είναι μνημόνιο και εθνική ταπείνωση ή όχι μνημόνιο και εθνική υπερηφάνεια. Την ίδια ώρα είναι σαφές από τις δημοσκοπήσεις ότι σχεδόν το 70% των Ελλήνων επιθυμεί την παραμονή στο ευρώ.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν συντριπτικό, με 61% υπέρ του ΟΧΙ. Σε αυτό το σημείο διακρίνουμε δύο επίπεδα συναίνεσης για την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας. Μια πιο περιορισμένη αλλά και πιο αποφασιστική και ξεκάθαρη συναίνεση, της τάξης του 40% και μια εν δυνάμει πιο πλατειά συναίνεση της τάξης του 70%.

Μετά το δημοψήφισμα και εν μέσω τεράστιας αγωνίας για το μέλλον της χώρας, ο Τσίπρας κάνει τη μεγάλη στροφή και αποδέχεται νέα συμφωνία, σαφώς πιο σκληρή από αυτήν που μας είχε ζητήσει να απορρίψουμε. Στη συνέχεια γίνονται εκλογές, ο Τσίπρας κερδίζει, ξανακάνει κυβέρνηση ισχνής πλειοψηφίας με τους ΑΝΕΛ και τίθεται σε ψηφοφορία η εφαρμογή του νέου μνημονίου.

Ανεξάρτητα από τον ερασιτεχνισμό και την κουτοπονηριά του Τσίπρα και της κυβέρνησής του, από την αλλαγή, μάλλον προς το καλύτερο, ηγεσίας της ΝΔ και από την χαώδη κατάσταση που βρίσκεται ο πολιτικός χώρος της κεντροαριστεράς, οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές από ποτέ για την συναίνεση του 70% το οποίο έχει πειστεί ότι εκτός Ευρώπης και ευρώ το μέλλον της Ελλάδας διαγράφεται μια μαύρο από τις μαύρες τρύπες. Σε αυτό πλέον συμφωνεί και ο Τσίπρας και φαίνεται ότι συμφωνούν και οι οπαδοί του αν και ευρισκόμενοι σε προφανή σύγχιση.

Θεωρώ λοιπόν εκ των ων ουκ άνευ μια, για πρώτη φορά – και αυτή η πρώτη φορά είναι σημαντική, συζήτηση για το ποια ακριβώς μορφή θα πάρει αυτή η συναίνεση ώστε να γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για το εκσυγχρονισμό του κράτους και της οικονομίας, σε συνεργασία με τους εταίρους και πώς θα υπάρξει εκ μέρους μας μια λογική, συνεχής και συνεπής διαπραγματευτική τακτική.

Ο κλεφτοπόλεμος φθοράς, διόρισα, διόρισες, είπα, ξείπες πρέπει να δώσει την θέση του στη σοβαρότητα και στον ειλικρινή διάλογο. Αν δεν υπάρξει συναίνεση τώρα, είναι αμφίβολο αν θα έχουμε άλλη ευκαιρία.

Το σημείωμα αυτό έχει βοηθηθεί από την δομή και ορισμένα συμπεράσματα του βιβλίου «Καταστροφές και Θρίαμβοι» του Στάθη Καλύβα. Δική μου πρόθεση ήταν να επισημάνω τις ιστορικές περιόδους μετά την χούντα όπου υπήρξαν πραγματικά συνθήκες και προϋποθέσεις για μια ευρύτερη συναίνεση στην ελληνική κοινωνία και την πολιτική σκηνή, καταλήγοντας ότι σήμερα είναι πιο ώριμο και αναγκαίο από ποτέ αυτό το αίτημα που μπορεί να συμπεριλάβει πολίτες και κόμματα από την δημοκρατική δεξιά μέχρι και την δημοκρατική αριστερά.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ



Λένε ότι το μόνο πράγμα που δεν αλλάζεις είναι η ομάδα που υποστηρίζεις, πράγμα που ισχύει σε πολύ υψηλό ποσοστό. Συνήθως αυτό λέγεται για να τονιστεί η σπουδαιότητα που έχει για την ζωή του κάθε οπαδού η συλλογική του συμπάθεια σε αντίθεση με άλλες επιλογές του όπως συντρόφου, φίλου, πολιτικής άποψης ή στράτευσης, φιλοσοφίας και σε μικρότερο βαθμό αισθητικής άποψης.

Είναι πράγματι υπερβολικό να θεωρούμε την σταθερή υποστήριξή αθλητικού συλλόγου ως απόδειξη σπουδαιότητας τη στιγμή που στη ζωή μας υπάρχουν πράγματα σαφώς κεφαλαιώδη. Αξίζει νομίζω να δούμε τους πραγματικούς λόγους της εμμονής στη συλλογική προτίμηση σε συνδυασμό με την κριτική που γίνεται σε περίπτωση αλλαγής πολιτικού προσανατολισμού.

Η σταθερότητα στην οπαδική αθλητική προτίμηση οφείλεται στα ισχυρά βιώματα και στην συνακόλουθη μυθολογία. Εξαιρετικοί θρίαμβοι, οδυνηρές ήττες, μυθικές φάσεις, αθλητικές φυσιογνωμίες, οπαδικές συρράξεις παραμένουν ενεργά γεγονότα στη συνείδηση αλλά και στο ασυνείδητο του οπαδού και γίνονται αντικείμενα επανειλημμένων ανακλήσεων από τη μνήμη, αναφορών και συζητήσεων αλλά ακόμη και πρώτη ύλη της ονειρικής διαδικασίας. Όλη αυτή η ενέργεια δημιουργεί ισχυρότατο δεσμό ανάμεσα στον οπαδό και την ομάδα του, το κυριότερο όμως είναι ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να διαρραγεί αυτός ο δεσμός. Για τον οπαδό σημασία έχουν τα βιώματα και η μυθολογία και όχι το ισοζύγιο επιτυχιών – αποτυχιών της ομάδας.

Η βαρύτητα των βιωμάτων και της μυθολογίας έχει ιδιαίτερη σημασία και στην πολιτική προτίμηση. Αυτά μεταδίδονται και μέσα από την οικογενειακή παράδοση, κριτήριο σημαντικότατο των αρχών ασφαλείας στην δίωξη του «πολιτικού εγκλήματος». Όμως, ενώ στην περίπτωση της αθλητικής προτίμησης τα βιώματα και η μυθολογία έχουν χαρακτήρα παρηγορητικό χωρίς να εμποδίζουν την σκέψη, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτείται, στην πολιτική προτίμηση αποτελούν βαρίδια και δημιουργούν σοβαρές αγκυλώσεις που είναι δύσκολο να ξεπεραστούν.

Η πολιτική προτίμηση ή και στράτευση δε μπορεί και δεν πρέπει να είναι κλειδωμένη. Ακόμη και στα θέματα αρχής, όπως είναι η περί δικαίου ή η περί αγαθού άποψη μπορεί να υπάρξουν διαφοροποιήσεις που οφείλονται σε αλλαγές συνθηκών και δημιουργία νέων κοινωνικών και πολιτικών τόπων.

Χωρίς παραδείγματα τίποτα δε γίνεται κατανοητό. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με μια συνθήκη δικαίου. Στη πρώτη βιομηχανική περίοδο, η εργατική τάξη ήταν αντικείμενο άγριας εκμετάλλευσης από τους κεφαλαιοκράτες – ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και έκανε μεγάλο αγώνα να βελτιώσει την θέση της. Σε αυτόν τον αγώνα η νεοεμφανιζόμενη και ανερχόμενη τάξη είχε το δίκιο με το μέρος της διεκδικώντας καλύτερες απολαβές και συνθήκες εργασίας. Κάθε άνθρωπος που μπορούσε από αίσθημα δικαίου να υπερβεί το ταξικό συμφέρον, ακόμη και να μην ανήκε στην εργατική τάξη, θα έπρεπε να αναγνωρίσει το δίκαιο του αγώνα της.

Αυτό και έγινε. Η αριστερά δεν περιελάμβανε μόνο εργάτες αλλά και αστούς διανοούμενους οι οποίοι μάλιστα ανέλαβαν την θεωρητική υποστήριξη αυτού του αγώνα. Είναι γνωστό βέβαια ότι αυτό το δίκαιο ο μαρξισμός το αιτιολόγησε ως αναγκαιότητα και όχι ως ηθικό πρόταγμα και μέσα στο πλαίσιο μιας διαλεκτικής ανάλυσης μίλησε για την βασική αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας και για την αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων που κατά την θεωρία αυτή θα φέρει ανατρεπτικά την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Είναι γεγονός ότι η μεγάλη μάζα των αριστερών πρώτα πείστηκε για το δίκαιο του εργατικού αγώνα και μετά για την ορθότητα της θεωρίας που χρησιμοποιήθηκε a posteriori σαν επιχείρημα. Μετά το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου και την επανάσταση στη Ρωσία η μαρξιστική θεωρία και πολιτική απέκτησε μεγάλη αίγλη και δυναμική που ενισχύθηκε με την οικονομική κρίση στα τέλη της δεκαετίας του ’20, κρίση που είχε προβλεφθεί από την θεωρία.

Η σταδιακή ανάπτυξη επαναστατικών κινημάτων σε παγκόσμια κλίμακα ενάντια στην αποικιοκρατία ενδυνάμωσε ακόμη περισσότερο το μαρξιστικό κίνημα που στάθηκε κατά κανόνα αρωγός σε αυτές τις εξεγέρσεις και ενίσχυσε εντυπωσιακά την απήχησή του και την αίγλη του, απέκτησε δε τεράστιο ηθικό πλεονέκτημα που επισκίαζε τις φρικαλεότητες που διεπράττοντο στο εσωτερικό της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Την ακμή, με την επικράτηση του κομμουνισμού σε μια μεγάλη σειρά από χώρες είτε με επανάσταση είτε με άνωθεν επιβολή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο, ακολούθησε η στασιμότητα και μετά η κατάρρευση. Η εργατική τάξη ουδέποτε υπήρξε, αυτή η ίδια, το κύριο υποκείμενο της παραγωγής από την άποψη της λήψης των αποφάσεων και του σχεδιασμού και ένας βασικός λόγος είναι ότι η περαιτέρω ανάπτυξη των μέσων παραγωγής έφερε περισσότερο στο προσκήνιο τους ειδικούς, τους ερευνητές και τα εργαστήρια. Εντωμεταξύ όλες οι απόπειρες σοσιαλιστικής οικοδόμησης κατέληξαν σε μια φοβερή γραφειοκρατία, δυσκίνητη, αναποτελεσματική, απρόσιτη από τους πραγματικούς παραγωγούς και με ισχυρά δικά της συμφέροντα.

Η ανάπτυξη και η  βελτίωση των συνθηκών ζωής και των δικαιωμάτων των εργαζομένων σημειώθηκαν στις καπιταλιστικές χώρες και τρανή απόδειξη είναι ότι το βέλος της μετανάστευσης δείχνει προς αυτές ακριβώς τις χώρες. Με ένα συνδυασμό ευκαιριών για τους δυναμικούς εργαζόμενους και επιδομάτων για τις ευπαθείς ομάδες, οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έγιναν ελκυστικές για τους πολλούς. Σήμερα, η αντίθεση σε αυτόν τον πολιτισμό εκδηλώνεται από κλειστές κουλτούρες, ανθρώπους που αισθάνονται αποκλεισμένοι ενώ μάλλον αυτοαπομονώνονται προτάσσοντας το βίωμα και την μυθολογία τους, την θρησκευτική τους κλειστή συνείδηση που δεν αποδέχεται τον Άλλο. Από αυτή την άποψη οι ζηλωτές αυτοί έχουν πολλά κοινά με τους χούλιγκαν των γηπέδων.

Ο αριστερός της δεκαετίας του ’60 και του ’70 στη Δύση, άντε και του ’80 για την καθυστερημένη στις τάσεις αυτές Ελλάδα, δεν έχει κανένα λόγο να υποστηρίζει τα παρωχημένα μαρξιστικά σχήματα που αποσυντέθηκαν μπροστά στα μάτια του. Ακόμη και το επαναστατημένο κομμάτι της νέας γενιάς ψάχνει άλλους δρόμους, πιο ουτοπικούς, αναρχοαυτόνομους που ιστορικά είναι ακόμη αρχαιότεροι του επαναστατικού μαρξισμού.

Ο παλιός αριστερός, αν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, αναγνωρίζει ότι η μαρξιστική πολιτική, όπου εφαρμόστηκε σαν διακυβέρνηση όχι μόνο απέτυχε στο οικονομικό κομμάτι αλλά υπήρξε άδικη απέναντι σε πολύ άξιους ανθρώπους και έσπειρε τον θάνατο, τον φόβο και την καχυποψία. Οφείλει λοιπόν και μπορεί να ξεπεράσει τα βιώματα και τη μυθολογία που μπορούν να παραμείνουν σαν ψυχική παρακαταθήκη με αναφορά σε άλλη εποχή και άλλες συνθήκες και να προχωρήσει με θάρρος στην αποδοχή της πραγματικότητας του παρόντος με το βλέμμα στο μέλλον. Αν δεν το κάνει, κινδυνεύει ακόμη και να γελοιοποιηθεί όπως ο Τσίπρας και οι άνθρωποί του.