Κυριακή 14 Ιουλίου 2024

ΟΙ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Από τη μια οι μελαχρινοί κι από την άλλη οι άλλοι. Φονικές ματιές. Οι μελαχρινοί έχουν βάλει μπροστά τα γυναικόπαιδα. Οι άλλοι τις ασπίδες. Τα πιτσιρίκια πετάνε πέτρες, οι γυναίκες βρισιές και κατάρες. Οι άλλοι χτυπάνε τα ρόπαλα στις ασπίδες. Κραυγάζουν πολεμικά. Ρίχνουν χημικά. Ξεκινάει το ντου. Μελαχρινοί, γυναικόπαιδα και άλλοι γίνονται ένα, με καδρόνια και ρόπαλα να στριφογυρίζουν και να πέφτουν βαριά στα σώματα. Μπαταριές. Τα αίματα ανάβουν για τα καλά. Τα παιδιά την κοπανάνε και γίνονται καπνός. Οι γυναίκες ολολύζουν. Οι μελαχρινοί υποχωρούν. Κάποιοι ποδοπατούνται και συλλαμβάνονται. Οι άλλοι βάζουν φωτιά σε σκηνές και παραπήγματα. Μαύρος καπνός σηκώνεται και ανακατεύεται με την πυκνή σκόνη. Ο καπνός έχει μυρωδιά περίεργη. Οι άλλοι χαχανίζουν ασταμάτητα και χτυπιούνται μεταξύ τους με τα ρόπαλα. Χάχανα και κραυγές πόνου. Όι- όι μάνα μου, όι-όι μάνα μου.

Ο διοικητής κάθεται σε ένα αγκωνάρι με το βλέμμα χαμένο στο καπνό και στην απειρόσκονη. Ένας γελαστός περνάει δίπλα του και τον χτυπάει με το ρόπαλο στο σβέρκο. Όι- όι μάνα μου, όι-όι μάνα μου. 

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΔΕ ΒΡΕΧΕΙ

Είμαι καλός στη δουλειά μου. Εργολάβος γεωτρητικών έργων. Η πιάτσα με ξέρει και με εμπιστεύεται. Ο Χάρης είναι φίλος και έχει πολλές διασυνδέσεις. Όποτε μου φέρνει δουλειά, αυτή είναι αρκετά τσιμπημένη ώστε κι εγώ να μένω ευχαριστημένος κι εκείνος να παίρνει το τριάντα τακατό.

Η τελευταία του ψαριά ήταν πολλά υποσχόμενη. Ρώσος Κροίσος ολιγάρχης, με ιδιωτικό νησί, τριαντάμετρο γιοτ και λίαρ τζετ. Θέλει νεράκι για το νησί. Κομμάτι δύσκολο αλλά όταν υπάρχουν τα φράγκα όλα γίνονται. Άμα το νερό της γεώτρησης είναι υφάλμυρο – που θα είναι – θα του πλασάρω τα συστήματα αφαλάτωσης του φίλου μου του Πολυνείκη. Άμα είναι θάλασσα θα αφαλατώσουμε τη θάλασσα. Ουδέν πρόβλημα.

Το ραντεβού κλείστηκε έξω από ένα Bread Factory στις δώδεκα το μεσημέρι. Μπορεί νάταν και το μαγαζί του Ρώσου - δε γνωρίζω. Πλησιάζοντας είδα την πλάτη ενός τύπου με ξυρισμένο κεφάλι, άσπρο φανελάκι και χωμένο στο αυτί εκείνο το μυστήριο καλαμάκι που το λένε μπλε δόντι.

Σε δύο τραπεζάκια παραδίπλα καθόντουσαν,  ανά δύο, τέσσερα χοντρά σβέρκα με χέρια σαν κορμούς δέντρων, ζωγραφισμένα στο φουλ. Πιο κει αραχτές δυο ξανθιές δίμετρες ρουφούσαν κοκτέιλ και παίζανε με το κινητό.

Πλησίασα με αυτοπεποίθηση – αν σε δούνε κακομοίρη δε σε εμπιστεύονται. Την ίδια στιγμή περνάει μπροστά από το μαγαζί μια μαύρη λιμουζίνα, προβάλλουν αστραπιαία δύο κάνες και πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι. Πέφτω κάτω, βλέπω έναν ασπροντυμένο να με κοιτάζει, να γυρίζει την πλάτη του και να απομακρύνεται στο άχτιστο φως.

Ξύπνησα και δεν το πίστευα. Μα τι έγινε τόσο ξαφνικά; Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω  παχιά χλόη, δέντρα κατάφορτα με καρπούς, κελαρυστά νερά και καλλικέλαδα πτηνά.  Μηλιά δεν είδα πουθενά.

Αισθανόμουνα περίφημα. Πριν από λίγο ήμουνα μπροστά σε ένα Bread Factory με το βουητό από τα αυτοκίνητα να σε ξεκουφαίνει και τώρα ήμουνα στον Παράδεισο. Διότι δεν μπορούσε να ήταν κάτι άλλο εκτός από Παράδεισος.

Και εκεί που προσπαθούσα να προσανατολιστώ και να ψάξω για γνωστούς και αγαπημένους, νάσου η κουστωδία του Ρώσου, μπροστά το αφεντικό και ξωπίσω τα χοντρά σβέρκα και οι δίμετρες.

Έλα Χριστέ κι Απόστολε! Όσο νάναι, κι εγώ έχω κάνει κουτσουκέλες και αμαρτίες και δε με θεωρούσα φαβορί για Παράδεισο αλλά όχι ρε φίλε και οι μαφιόζοι! Ε όχι και οι μαφιόζοι! Πραγματικά, άμα δεν ήμουνα στον Παράδεισο θα έχανα την πίστη μου στο Θεό με τούτα τα ρεζιλίκια.

Τέλος πάντων, απέστρεψα το βλέμμα από την αμαρτωλή κουστωδία και η ματιά μου έπεσε σε ένα γεροντάκι σε ένα παγκάκι. Κάτι διάβαζε. Τον πλησίασα και μου φάνηκε γνωστός. Με κοίταξε κι αυτός. Του λέω καλησπέρα. Φίλε μου, μου λέει, πώς φαίνεται πώς είσαι νιόφερτος… Εδώ δεν υπάρχει χρόνος. Ούτε εσπέρα, ούτε μέρα, ούτε νύχτα. Υπάρχει το άχτιστο φως. Είναι ο Παράδεισος, αν με πιάνεις.

Κάτι είχα καταλάβει κύριε Ζοζέ, του λέω – εντωμεταξύ είχα σιγουρευτεί ότι είναι ο Σαραμάγκου.

Μπα, με γνωρίζεις; Δε μοιάζεις με φίλο της λογοτεχνίας. Αλλά έπρεπε να το είχα καταλάβει γιατί στον Παράδεισο οι πρώτοι που συναντάς είναι άνθρωποι οικείοι. Και βλέπω και τον Κούντερα εκεί πέρα. Πάντα σνομπ αυτός. Βλέπω και τον Παπαδιαμάντη με τον Καρκαβίτσα και τον Καραγάτση. Νάσου και ο Γκεβάρα με τον Κάστρο. Αριστερός είσαι, ε;

Κύριε Ζοζέ, αφού πρέπει να συναντήσω πρόσωπα οικεία, πού είναι οι γονείς μου; Πού είναι οι φίλοι μου;

Ήταν διάσημοι; Ήταν επιτυχημένοι;

Δεν ήταν ακριβώς διάσημοι αλλά ήταν καλοί άνθρωποι. Θέλετε να πείτε ότι δεν είναι στον Παράδεισο;

Φίλε μου στον Παράδεισο δεν έρχονται οι καλοί αλλά οι διάσημοι και οι επιτυχημένοι Στη γη πέφτει πολύ κοροϊδία πάνω στο θέμα…

Ωχού! Τώρα κατάλαβα πώς βρέθηκε το κάθαρμα ο Ρώσος στον Παράδεισο! Αλλά γιατί εγώ κύριε Ζοζέ; Μηδέ διάσημος είμαι μηδέ επιτυχημένος.

Απλό είναι φίλε μου. Ο Χάρος δεν το πολυψάχνει και τους φορτώνει όλους μαζί μετά από ένα συμβάν. Άμα ήσουνα με τους Ρώσους σε κουβάλησε μαζί τους.

Και ο Θεός; Τι κάνει ο Θεός;

Σου φαίνεται ο Θεός να ασχολείται με ψιλοπράγματα; Έχει ένα κάρο υπαλλήλους. Πάντως αν θες κάποια εξυπηρέτηση να πας στον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη. Λογικός Άγιος. Συνεννοήσιμος.

Εγώ προτιμώ τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης.

Αυτός είναι ο Άγιος της φτώχιας. Και να θέλει, δεν έχει τίποτα για να δώσει. Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά. Έχω καιρό να μιλήσω για λογοτεχνία. Αν κατάλαβα καλά είσαι από Ελλάδα.

Καλά καταλάβατε δάσκαλε.

Ο Σαραμάγκου κάγχασε. Αν είμαι εγώ δάσκαλος, τότε τι είναι οι δικοί σας της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας; Αλλά εγώ θα σου πω για τους νεότερους. Κι αυτοί πρωτοπόροι ήτανε.

Ποιοι δηλαδή;

Τους βλέπεις αυτούς τους δυο; Μού ‘δειξε Παπαδιαμάντη και Καρκαβίτσα. Βάλε και τον Ροΐδη μέσα. Τον βλέπω εκεί στις λόχμες και κάτι σκαλίζει. Το λοιπόν. Παπαδιαμάντης : Βαρδιάνος στα σπόρκα. Τρομερή αλληγορία. Έρχεται μετά ο πολύς Καμύ και γράφει την Πανούκλα. Πήρε ή δεν πήρε τα χνάρια του;

Δίκιο έχετε, απάντησα συλλογισμένος.

Μέρος δεύτερο. Καρκαβίτσας: Το γιούσουρι. Έχεις διαβάσει το Γέρο και τη Θάλασσα του Χεμινγουέι;

Αλίμονο!

Τι λες λοιπόν; Είναι ή δεν είναι στην ίδια περπατησιά;

Είναι!

Και για το τέλος ο Ροΐδης. Ο μέγας παίκτης της γλώσσας και της ειρωνείας. Μεταχειρίζεται την αρχαΐζουσα καθαρεύουσα για να αποδώσει σκανδαλώδες ερωτικό περιεχόμενο, σχεδόν πορνογραφικό. Ο μέγας Τζέιμς Τζόις τον ακολουθεί στο αριστούργημά του Οδυσσέας. Είναι ή δεν είναι ριγμένοι οι δικοί σας;

Άργησα να απαντήσω. Ο νους μου επεξεργαζόταν όλα τούτα. Κύριε Ζοζέ ξέρετε τι κατάλαβα; Ότι Παράδεισος είναι η λογοτεχνία.

Λάθος φίλε μου. Στον Παράδεισο δε βρέχει. Και λογοτεχνία χωρίς τη βροχή δεν υπάρχει.   

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

ΕΝΥΠΝΙΟΝ


 Εν τω σκότει ανάστρου νυκτός επέμφθη μοι υπό αστρογαλαξιακών υπερδυνάμεων όναρ τρομακτικόν, έμπλεον παραστάσεων και νοημάτων, περιέχον και την κοινωνικήν διάστασιν.

Ήτο – λέει - ημέρα των ημερών, ότε επρογραμματίσθησαν διαδηλώσεις και πορείαι τρεις, φοιτητών, αλιέων και ναυτεργατών. Αι δυνάμεις της τάξεως και της καταστολής ητοιμάσθησαν ίνα αντιμετωπίσουν τον εχθρόν όστις, κατά πληροφορίας, θα μετήρχετο βιαίας μεθόδους, οπλισμένων, των μεν φοιτητών με μολότοφ, των δε αλιέων με καμάκια και των ναυτεργατών με σφύρας – ματσακόνια.

Αι δυνάμεις της τάξεως και της καταστολής έφερον μηχανοκίνητον εξοπλισμόν ρίψεως χημικών και δακρυγόνων, ως  και οικοδομικάς μηχανάς, μπουλντόζας, τσάπας και τζισιμπία, όπως διαχειρισθούν καταλλήλως την βοήθειαν του Θεού, όστις ουκ ηδύνατο παραμείναι αμέτοχος εις τοιαύτην πανήγυριν και έρριψεν χιόνα πυκνοτάτην, πρωτοφανή δια την πρωτεύουσα.

Εκκένωσαν τουτέστιν αι δυνάμεις της τάξεως και της καταστολής περιοχάς ικανής εκτάσεως και τας περιώρισαν δι’ όγκων χιόνος, σωρευθέντας τη βοηθεία των οικοδομικών μηχανών.

Η εμπλοκή μου εις αυτήν την άκρως δυσχερή κατάστασιν ήτο άκρως οδυνηρά διότι, έχων απορρίψει τα ιμάτιά μου, ως είθισται εις τους εφιάλτας μου, ευρέθην εν μέσω πυρών και χιόνος, επιχειρών εν αδαμιαία περιβολή να μεταβώ εις την πατρικήν οικίαν μου ήτις ευρίσκετο όπισθεν της εκκενωθείσης περιοχής.

Αναρριχώμενος επί όγκων χιόνος, μανδρών, λαμαρινών και στεγών, γυμνός και ελεεινός, επειράθην διαλαθείν της προσοχής των δυνάμεων της τάξεως και της καταστολής αλλά και των διαδηλωτών οι οποίοι θα με ενόμιζαν μυστικόν αστυνομικόν. Με αντελήφθη όμως γραία τις, παρατηρούσα μέσω υαλοπίνακος παραθύρου και μοι ένευσεν όπως εύρω καταφύγιον εις τον οικίσκον της.

Ευτυχώς το όναρ ετερματίσθη εγκαίρως και αφυπνίσθην καθίδρως μεν αλλά ανακουφισθείς, διότι η περιπέτεια αύτη, εν μέσω συγκρουομένων δυνάμεων, θεϊκής παρεμβάσεως και γραίας ορεγομένης ακατονομάστους πράξεις δεν θα έληγεν αισίως. 

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

 


Κόσμος γεμάτος νόημα: Μεγάλοι έρωτες, πιστοί φίλοι, άσπονδοι εχθροί.

Γιατί Μιγκέλ μας τόκανες αυτό;

Γιατί έλυσες τα μάγια κι έξαφνα είδαμε Δουλτσινέες, Πάντσες και ανεμόμυλους;


Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

ΑΝΕΣΤΗΣ

 

Δεν ήταν μόνο ο Ατάκας, εκείνο τον παλιό καιρό, στη γειτονιά. Ήταν ο Παγκανίνι που έβγαζε και εφημερίδα. Μονόχορδο βιολί αυτός. Ήταν και ο Ανέστης.

Ανέστης ο βαδιστής. Διότι ο κανονικός λαχειοπώλης είναι βαδιστής. Αμπελόκηποι-Ελληνορώσων-Ψυχικό-Γαλάτσι-Κυψέλη-Σεπόλια-Μουσείο-Εξάρχεια-Νεάπολη-Γκύζη-Τουρκοβούνια. Κάθε μέρα εισέπραττε το φόρο της ελπίδας. Αγγελιαφόρος της τύχης αν και ο Ανέστης δεν πίστευε σ’ αυτήν. Διότι για τον Ανέστη πίσω απ’ όλα κρυβόταν η CIA.

Ο Θεός του Σπινόζα είναι εμμενής. Βρίσκεται μέσα σε όλα τα όντα, μέσα σε όλη τη Φύση, είναι η ίδια η Φύση. Κάπως έτσι ήταν και η CIA του Ανέστη. Πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα και κινούσα. Όλα τα όριζε και τα προκαθόριζε.

Μερικοί πελάτες που γνωρίζανε τη θεωρία του τον πειράζανε. Αφού η CIA γνωρίζει εκ των προτέρων και βγάζει τον τυχερό, γιατί να πάρω λαχείο; Διότι κύριε μπορεί να έχει επιλέξει εσένα. Άγνωσται αι βουλαί της CIA. Τότε οι παρευρισκόμενοι εχειροκρότουν με θέρμην και κατέβαλον αυτοβούλως τον φόρον της ελπίδος.

Παρά τη μάλλον μοιρολατρική θεωρία του, ο Ανέστης ήταν επαναστατική φύση. Του άρεσε το ποδόσφαιρο αλλά είχε αγανακτήσει με τη συμμετοχή των ευρωπαϊκών ομάδων στο μουντιάλ της Αργεντινής του δικτάτορα Βιντέλα. Τότε ήταν που έγραψε και το περίφημο ποίημά του, «Δεν έπρεπε η Ευρώπη να πάει στο Μουντιάλ».

Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν στην ταβέρνα του Σούλη που τότε ήταν στα κλεισίματα. Ο Σούλης είχε αποφασίσει να επιστρέψει στο παλιό του επάγγελμα και ξεσκόνιζε το ναυτικό του φυλλάδιο. Ήμασταν οι τρεις μας, Σούλης, Ανέστης κι εγώ, για να δούμε μπάλα. Ο Ανέστης έφτιαξε μόνος του μια ντοματοσαλάτα για μεσημεριανό και κάθισε να παρακολουθήσει. Δεν τον ένοιαζε που το παιχνίδι ήταν στημένο. Αυτός δεν ήξερε το αποτέλεσμα.

Μετά από κάμποσο καιρό μίλησα με το Σούλη στο τηλέφωνο. Μέσα στα άλλα νέα, μου είπε για τον Ανέστη ότι γλίτωσε στο τσακ τον θάνατο. Τον βρήκανε στο καμαράκι που έμενε να παραμιλά από τον ψηλό πυρετό. Τον είχαν διατάξει οι εξωγήινοι να φάει σαράντα αυγά και αυτός υπάκουσε.

Ο Σούλης τον επισκέφτηκε στο νοσοκομείο και τον συμβούλεψε να μην εμπιστεύεται τους εξωγήινους διότι και αυτοί τα έχουν κάνει πλακάκια με την CIA.

Πέρασαν χρόνια από τότε. Ο Παγκανίνι έχει σίγουρα ταξιδέψει, εκτός αν έχει σπάσει παγκόσμιο ρεκόρ μακροζωίας. Μάλλον τον έχει ακολουθήσει ο Ατάκας, μπορεί και ο Ανέστης – αν δεν άκουσε τη συμβουλή του Σούλη.

 Άλλους σαν κι αυτούς δεν γνώρισα από τότε. Μάλλον φταίει ότι παραμεγάλωσα και τίποτα πια δε μπορεί να με εντυπωσιάσει. Τα λίγα χρόνια που έπονται – εφόσον τα ζήσω – δεν πρόκειται να με εκπλήξουν. Ο χρόνος αυτός δεν θα είναι δικός μου. Αν δεν είναι η ποινή μου, θα είναι η εξορία μου.

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΑ

Οι μαθητές μου με ρωτάνε τι είμαι, είπε ο Λατρίχιος Σαλταπήδας. Αν είμαι ιδεαλιστής ή υλιστής. Αν είμαι μαρξιστής, χριστιανός, βουδιστής, αγνωστικιστής, θετικιστής, υπαρξιστής, φροϋδιστής.

Είμαι κάτι απ’ όλα αυτά και από πολλά άλλα. Για να το συνοψίσω όμως, είμαι ένα όνειρο που βλέπω. Είμαι μια κάμπια που φτιάχνει το κουκούλι της, το τρυπάει  και βγαίνει πεταλούδα ελεύθερη για λίγες ώρες. Η στιγμή που καίω τα φτερά μου στον ήλιο είναι η δική μου αιωνιότητα.

Οι μαθητές μου με ρωτάνε πώς γράφω, είπε  ο Λατρίχιος Σαλταπήδας.

Σχηματίζω υπομονετικά το μικρό ή μεγάλο κείμενο στο μυαλό μου και όταν το τελειώσω βιάζομαι να το βγάλω από το κεφάλι μου, να ελευθερωθώ και να το ελευθερώσω, όπως ακριβώς κάνει η έγκυος γυναίκα με το μωρό της. Δεν έχει σημασία αν είναι όμορφο ή άσχημο, πώς το βλέπω εγώ ή οι άλλοι. Άλλωστε δεν έχει ακόμη ταξιδέψει και ωριμάζει ταξιδεύοντας. Η ελευθερία και το θαύμα της γέννησης. Αυτό έχει σημασία. 

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

ΑΤΑΚΑΣ

Ο άνθρωπος με το μονόχορδο μπουζούκι μπήκε στο ταβερνάκι. Οι περισσότεροι τον γνώριζαν. Ένας μεσόκοπος περιπλανώμενος που επαναλάμβανε δύο ατάκες: «Μην ανακατεύεσαι» και «δεν έχει σημασία». Εξ ου και το προσωνύμιο Ατάκας. Πράος και γλυκύς, άριστος γνώστης της ψυχολογίας του πότη, δεν σπατάλαγε τον χρόνο του σε καφετέριες και ξενέρωτες καταστάσεις. Εκεί, ποιος θα εκτιμούσε τις ατάκες του και την προθυμία του να αυτοσχεδιάσει με το μονόχορδο μπουζούκι του, παίζοντας τις «μπαλάντες της συφοράς» και  τις «ωδές στην Ευρυδίκη».

Ο Ατάκας περιδιάβαινε τα χωμένα ταβερνάκια που συχνάζαμε. Τον αγαπούσαμε αλλά δεν τον εκτιμούσαμε κατά πώς του ‘πρεπε. Δεν τον κοροϊδεύαμε αλλά τον θεωρούσαμε γραφικό. Πήραμε το μάθημά μας και το φυλάξαμε στο δωμάτιο με τους θησαυρούς της ζωής. Θησαυρούς που μπορείς να τους πεις και θαύματα, αν ορίσεις ως θαύμα αυτό που σε εκπλήσσει. Το αναπάντεχο. Αυτό που είναι έξω από την στερεότυπη λογική.

Εκείνο το βράδυ ο Τάσος, από τα καλύτερα παιδιά της παρέας, του πέταξε την ατάκα για να τον προλάβει: Δεν έχει σημασία. Ο Ατάκας τον κοίταξε με βλέμμα προφήτη και του απάντησε επιδοκιμαστικά: Αυτό έχει σημασία.

Μετά, σαν αρχαίος ραψωδός, με τη συνοδεία του μονόχορδου μας είπε τα παρακάτω λόγια: Ο κόσμος, για τους ιουδαίους και τους χριστιανούς φτιάχτηκε από το μηδέν από έναν άχτιστο θεό. Ο θεός αυτός, μαζί με τον κόσμο, έφτιαξε το νόημα και την σημασία. Κρατάω τη δημιουργία εκ του μηδενός και εφόσον το μηδέν είναι το τίποτα, δεν έχει καμία σημασία και δεν παράγει ούτε νόημα ούτε σημασία.

Δεν ήταν μόνο αναπάντεχο, ήταν καταπληκτικό. Τη διάλεξη που μας έκανε για το μηδενισμό, σύντομη και περιεκτική, την καταλάβαμε στο βαθμό που μας επέτρεψε ο άφθονος οίνος  που είχαμε καταναλώσει. Αυτό είχε σημασία.