Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΦΟΝΟ


-Πώς ονομάζεστε;

-Λατρίχιος Σαλταπήδας.

-Γνωστό μου φαίνεται το όνομα. Τι επαγγέλλεστε;

-Συνταξιούχος στιλβωτής.

- Τι στιλβώνατε;

-Έπιπλα. Τραπέζια, κομοδίνα, τέτοια. Και φέρετρα. Κυρίως φέρετρα.

- Διεύθυνση κατοικίας;

-Μάζντα 121 ΖΥΗ 7333.

-Παρακαλώ;

-Μένω στο αμάξι μου.

-Αυτοκινούμενο;

-Πέστε το κι έτσι.

-Ασφαλώς μένετε μόνος.

-Όχι κύριε. Μένω με τον σκύλο μου. Φίλος και φύλακας. Ημίαιμος.

-Δηλαδή κόπρος;

-Πέστε το κι έτσι.

-Έχει τουαλέτα το αυτοκινούμενο;

-Όχι κύριε. Έχει το καφέ που πίνω το πρωινό μου ρόφημα.

-Φαίνεστε περιποιημένος. Χρησιμοποιείτε τα δημόσια λουτρά;

-Όχι κύριε. Πηγαίνω σε ξενοδοχεία με μίσθωση μικρής διάρκειας.

-Γαμιστρώνες;

-Πέστε το κι έτσι.

-Τα ρούχα σας;

-Τα αγοράζω.

-Πού τα πλένετε;

-Στο καθαριστήριο. Δικαιούμαι κι εγώ μια ερώτηση;

-Παρακαλώ.

-Τι είστε ακριβώς;

-Αστυνομικός επιθεωρητής Ιαβέρης. Παράληψή μου. Συγνώμη.

-Παρακαλώ. Γνωστό μου φαίνεται το όνομα.

-Ευχαριστώ. Και πού τρώτε παρακαλώ;

-Κυρίως σε ταχυφαγεία. Ενίοτε σε μαγειρεία. Και σε ταβέρνες.

-Έχετε καλή σύνταξη βλέπω κύριε Σαλταπήδα.

-Ικανοποιητική. Μαζεύω και χρήματα.

-Μάλιστα. Έχετε κάποιο σχέδιο;

-Φιλοδοξώ να γίνω Εθνικός Ευεργέτης.

-Σαν το Μπενάκη;

-Πέστε το κι έτσι.

-Θα κάνετε Μουσείο.

-Μέσα είστε. Διατηρώ συλλογή αναλώσιμων και αντικειμένων μίας χρήσης.

-Δηλαδή;

-Χαρτομάντιλα, μελάνια, προφυλακτικά…

-Καταλαβαίνω. Χρησιμοποιημένα;

-Όχι κύριε. Στη συσκευασία τους. Σε αρίστη κατάσταση. Δικαιούμαι άλλη μία ερώτηση;

-Παρακαλώ.

-Γιατί με καλέσατε;

-Σας κάλεσα για τον γιο σας. Τον κύριο Γεώργιο Παπαδόπουλο. Φέρει άλλο επίθετο. Γιατί;

-Δεν του άρεσε το Σαλταπήδας. Αυτό είναι το θέμα;

-Ποσώς. Σας επισκέφτηκε μήπως κάποια από τις προηγούμενες μέρες;

-Μάλιστα.

-Τι ακριβώς ήθελε;

-Ήθελε να με ενημερώσει για ένα άρθρο που θα έστελνε σε μια εφημερίδα.

-Σε ποια εφημερίδα;

-Στη Χιονάτη.

-Μάλιστα. Σε αυτή που είναι διευθυντής ο κύριος Λουμπάγκο.

-Ο κύριος Λουμπάγκο απεβίωσε. Μάλιστα του είχα στιλβώσει το φέρετρο. Εξαιρετική δουλειά. Διευθυντής είναι τώρα ο κύριος Αλτσχάιμερ.

-Γνωστό όνομα. Και τι έλεγε το άρθρο; Σας είπε;

-Κάτι για οχτώ νεκρές κοπέλες που θάφτηκαν στον Εθνικό Κήπο.

-Τι ήταν αυτές οι κοπέλες;

-Εκπαιδευόμενες του Οργανισμού Απασχόλησης.

-Εκπαιδευόμενες σε τι;

-Δεν γνωρίζω. Πιθανόν μοδίσται.

-Πώς;

-Μοδίστρες.

-Και πώς πέθαναν;

-Δολοφονήθηκαν.

-Πώς το έμαθε ο γιος σας;

-Από ιδιωτικό ερευνητή.

-Γνωρίζετε το όνομα του ερευνητή;

-Νομίζω Ερνέστο. Ερνέστο Γκεβάρα.

-Γνωστό όνομα. Γνωρίζετε ότι ο κύριος Γκεβάρα είναι πλέον καταζητούμενος ύποπτος ως φονεύς των ατυχών μοδιστρών;

-Δεν το γνωρίζω.

-Γνωρίζετε ότι ο κύριος Γεώργιος Παπαδόπουλος έχει συλληφθεί ως ύποπτος συνέργειας με τον κύριο Γκεβάρα;

-Δεν το γνωρίζω.

-Γνωρίζετε πού ακριβώς ετάφησαν τα πτώματα;

-Δεν το γνωρίζω. Δεν ευρέθησαν πτώματα;

-Όχι κύριε. Ο γιος σας θα χρειαστεί  δικηγόρο.

-Εγώ θα τον υπερασπιστώ.

-Δεν είστε στιλβωτής;

-Πριν γίνω στιλβωτής ήμουν ποινικολόγος.

-Ο μεγαλοδικηγόρος Λατρίχιος Σαλταπήδας; Αυτός που τους είχε σαλταπηδήξει όλους;

-Ακριβώς.

-Ε τότε κύριε πάρτε αυτά τα χαρτιά και καταχωρείστε τα παρακαλώ στη συλλογή σας των αντικειμένων μίας χρήσης. Ο κύριος Γεώργιος Παπαδόπουλος είναι από αυτή τη στιγμή ακριβώς ελεύθερος.

  

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2023

ΣΚΑΛΑ ΠΟΥ ΓΛΙΣΤΡΟΥΣΕ


Ήταν μια σκάλα που γλιστρούσε. Μαρμάρινη. Εσωτερική σκάλα στο σπίτι του Λαυρέντη. Από το ισόγειο στον πρώτο. Τσακίστηκαν πολλοί σ’ αυτή τη σκάλα. Σκοτώθηκαν. Ο Λαυρέντης ήταν νέος όταν γκρεμοτσακίστηκε. Από τότε απόφευγε να ανεβοκατεβαίνει. Την έβγαζε κυρίως στον πρώτο όροφο.

Παντρεύτηκε πέντε φορές. Οι τέσσερις γυναίκες του έφαγαν κάμποσες τούμπες. Στο τέλος σκοτώθηκαν. Στην πρώτη είχε κάνει ασφάλεια ζωής ο Λαυρέντης και τσίμπησε καλά λεφτουδάκια. Μετά δεν τις ασφάλιζε καμιά ασφάλεια. Δεν είχε ανάγκη ο Λαυρέντης. Είχε ακίνητα και έπαιρνε νοίκια.

Η πέμπτη γυναίκα δεν ήθελε πάρε-δώσε με τη σκάλα. Κατέβαινε και ανέβαινε με σκοινί από το παράθυρο. Μέχρι που έσπασε το σκοινί και συχωρέθηκε κι αυτή.

Άλλη γυναίκα δεν εύρισκε ο Λαυρέντης. Έτσι παντρεύτηκε μια γάτα. Τα ψώνια και τα νοίκια του τα βάζανε σε καλάθι που το τραβούσε με σκοινί από το παράθυρο. Το βράδυ κοιμόταν με τη γάτα.

Μια μέρα η γάτα του έφερε ένα ποντίκι. Ο Λαυρέντης τσατίστηκε και την πέταξε από το παράθυρο. Η γάτα προσγειώθηκε όμορφα, όπως ξέρουν οι γάτες. Τη άλλη μέρα του έφερε δύο ποντίκια.

Ο Λαυρέντης έγινε έξαλλος και άρχισε να την κυνηγάει σε όλον τον όροφο. Η γάτα του έκανε τσαλιμάκια και τον παράσυρε πονηρά στη σκάλα. Αυτός παραπάτησε και γλίστρησε.

Ο μαρμάρινος τάφος του Λαυρέντη έμεινε αφρόντιστος. Ούτε λουλούδια στην ανθοστήλη, ούτε λαδάκι στο καντήλι. Μόνο πέρναγε κάθε μέρα από κει ο φύλακας, έπιανε με τα βρωμογάντια του ένα σκοτωμένο ποντίκι αφημένο πάνω στην πλάκα και το πέταγε στα σκουπίδια.    

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2023

ΚΛΩΤΣΟΣΚΟΥΦΙ

 


Αχ βρε Αννούλα! Με έχεις πρήξει με τη σύνταξη. Μα τι να κάνεις κι εσύ; Μια συνταξούλα αναπηρική της πλάκας είχες και έγινε καπνός. Πήγες στη πρωτοβάθμια επιτροπή ΚΕΠΑ στα κεντρικά. Βέβαια. Λες, άλλη μια ταλαιπωρία, τι να κάνουμε, για τη συνταξούλα μας είναι. Σου κάνουν κάποιες ερωτήσεις, τυπικές νομίζεις, σου λένε ότι θα τα πάρεις και αναδρομικά και σε παραπέμπουν για να πάρεις το  χαρτί της απόφασης στο ΚΕΠΑ Αμαρουσίου. Από κει σου λένε να πας το χαρτί στον ΕΦΚΑ Χαλανδρίου. Πολύ ωραία, κοντεύουμε. Εντωμεταξύ ρίχνεις μια ματιά στο χαρτί για τυπικούς λόγους. Βλέπεις ότι το 67% ποσοστό αναπηρίας έχει γίνει 50%. Σε ζώνουν τα φίδια και ρωτάς γνωστούς σου σχετικούς με το αντικείμενο. Σου λένε απόψεις χωρίς καμιά βεβαιότητα διότι οι νόμοι και οι κανονισμοί αλλάζουν συνέχεια και χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.

Λες, δεν πειράζει θα μου πούνε στον ΕΦΚΑ Χαλανδρίου. Έλα που εκεί σου λένε, δεν ξέρουμε, μάλλον σας την κόβουν την σύνταξη. Μα ρε παιδιά! Πώς είναι δυνατόν; Κάντε ένσταση. Μπορώ να προσθέσω νέα στοιχεία; Έχω και άλλα σοβαρά προβλήματα, κόντεψα να πεθάνω. Εμείς δεν ξέρουμε ρωτήστε αλλού. Γι αυτό ήρθα σε σας κύριε Γιώργο μου, μήπως βγάλετε άκρη.

Τι να κάνω, τη λυπάμαι την Αννούλα. Παίρνω τηλέφωνο την Γενική Διεύθυνση Παροχών και Υγείας, 28ης Οκτωβρίου 54. Βγαίνει μια κυρία μου λέει ότι ένσταση μπορούμε να υποβάλουμε στον έκτο όροφο 28ης Οκτωβρίου 54 και μου δίνει πεντέξη άλλα τηλέφωνα να επικοινωνήσω.. Παίρνω ένα απ’ αυτά και μου δίνουν δύο άλλα. Παίρνω και κει. Βγαίνει μια κυρία, ζητάει το ΑΜΚΑ και μου λέει μάλιστα. Λέω, τι μάλιστα; Παίρνει σύνταξη η Αννούλα; Δεν παίρνει. Να κάνουμε ένσταση. Στον έκτο όροφο; Ποιον έκτο όροφο κύριε! Στο ΚΕΠΑ Αμαρουσίου.

Εντωμεταξύ με παίρνουν τηλέφωνο από το δικηγορικό γραφείο που είχαν βγάλει την αναπηρική σύνταξη της Αννούλας. Από κει μου λένε ότι η ένσταση γίνεται ηλεκτρονικά. Μα πώς τους λέω, αφού από την αρμόδια υπηρεσία μου είπαν να πάω επιτόπου να την υποβάλω; Πού επιτόπου; Στο Μαρούσι, στην 28ης Οκτωβρίου, στην Καταστροφή του Δράμαλη, βρε δε με παρατάτε;

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2023

DNA


Είκοσι χρόνια μετά. Έτσι μού ‘ρθε ξαφνικά. Έσυρα τα βήματά μου μέχρι την παλιά γειτονιά. Τα Παναθήναια. Μπήκα στο καφέ-μπαρ της συμφοράς. Ερείπιο. Κατάπια τη θλίψη. Είδα ένα γεροντάκι. Πιο μεγάλο κι από μένα.

Είσαι ο ιδιοκτήτης; Τον ρώτησα. Ναι. Μου λέει ξερά. Δεν ήταν εδώ δυο αδέρφια; Ρωτάω. Ήταν. Τώρα είναι ένα. Ο άλλος; Ταξίδεψε. Κοντά-κοντά με τη γριά. Εσύ τώρα τι θέλεις;

Άναψα τσιγάρο. Απαγορεύεται. Μου λέει. Πλάκα μου κάνεις. Μόνοι μας είμαστε. Νόμος. Μου λέει. Σβήνω το τσιγάρο. Μήπως περνάει από δω ο Μοσχόβης; Ταξίδεψε μου λέει. Να φωνάξω τον αδερφό του. Αλλά θα πιεις κάτι.

Μια μπύρα Άμστελ. Αλλά τον αδερφό, δεν τον λένε Μοσχόβη; Μοσχόβη τον λένε. Τότε πώς ξέρεις ποιο Μοσχόβη θέλω;

Το γεροντάκι άνοιξε τη μπύρα. Θέλεις τον Αρχιδιδάσκαλο. Αυτόν θέλω. Ταξίδεψε. Θα φωνάξω τον αδερφό του.

Τράβηξα μια γουλιά. Κυρίως αφρό. Σκούπισα τα χείλη μου. Τι να τον κάνω τον αδερφό; Ρητή εντολή του Αρχιδιδάσκαλου. Διαθήκη. Φώναξέ τον τότε.

Σε πέντε λεπτά μπαίνουν το γεροντάκι κι ένας κοντός, στρογγυλοπρόσωπος, φαλακρός. Μηδενική ομοιότης με τον Αρχιδιδάσκαλο. Παρακαλώ. Μου λέει.

Βασικά, του λέω, ήθελα τον αδερφό σου. Ταξίδεψε. Λυπάμαι. Ήθελα να τον ρωτήσω. Πώς σταμάτησε τον χρόνο;

Απλό. Μου λέει. Ο χρόνος σταματάει μόνος του. Στα ψηφιακά ρολόγια. Κβαντική φυσική. Μα εμείς κοιτάξαμε την ώρα δυο φορές. Απλό, μου λέει. Ψευδαίσθηση. Θα σου πω όμως κάτι άλλο. Ο Αρχιδιδάσκαλος ήξερε ότι θα ξαναπεράσεις. Όταν περάσει ο λήσταρχος να του δώσεις οδηγίες, μου παράγγειλε.

Τι οδηγίες; Όταν ταξιδέψεις να ταφείς κανονικά. Ξέχνα την καύση. Γιατί;

Το λοιπόν. Στη Δεύτερη Παρουσία του Κυρίου σηκώνονται οι νεκροί από τους τάφους. Από τους τάφους λέει. Ανασταίνονται. Πώς τους ανασταίνει ο Κύριος; Από το DNA τους βέβαια. Αν τους κάψεις, καπνός το DNA. Πάπαλα.

Δηλαδή η αθάνατη ψυχή είναι το DNA; Α γεια σου.

Δηλαδή ο Αρχιδιδάσκαλος θάφτηκε; Όι δα! Κάηκε; Ασφαλώς. Μα γιατί; Γιατί δεν είναι κορόιδο να αναστηθεί. Ταλαιπωρία στην αιωνιότητα! Και για μένα γιατί είπε; Γιατί είσαι λήσταρχος κι έτσι σου πρέπει. 

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

ΤΟ ΞΩΤΙΚΟ


Η Αντούσια πήρε θέση δίπλα στον έτοιμο για νανούρισμα παππού, καθισμένη στο καρεκλάκι της.

-Λοιπόν παππού, θα μου δώσεις εκείνο το βραβείο που μου έλεγες;

-Σου έχω τάξει βραβείο;

Η Αντούσια αγανάχτησε:

-Παππού, τόσο γρήγορα ξεχνάς τι τάζεις; Εσύ δε μου έλεγες μη τάξεις σε άγιο κερί…

-Και σε παιδί κουλούρι.

-Δε θέλω κουλούρι παππού. Κουλούρι τρώω έτσι κι αλλιώς.

Ο παππούς, πάντα ξαπλωμένος και με κλειστά τα μάτια έσκασε ένα χαμόγελο:

-Δε ξέχασα την υπόσχεση. Θα πάρεις το βραβείο της καλύτερης νανουρίστριας.

-Ναι αλλά τις ιστορίες τις λες εσύ παππού. Έτσι νανουρίζεσαι.

-Σωστά. Μόνο που αν δεν ήσουν εσύ σε ποιον θα έλεγα τις ιστορίες μου;

-Πες την ιστορία λοιπόν και τα λέμε μετά για το βραβείο. Αλλά μη μου την πεις πολύ κοιμισμένα. Βάλε λίγο…

-Χρώμα στη φωνή μου. Ξέρω. Στο τέλος όμως θα κάνω fade out.

-Τι είναι πάλι αυτό; Όλο αστεία μου κάνεις παππού και δε μ’ αρέσει.

-Τέλος πάντων. Θα προσπαθήσω. Χρώμα θέλεις, χρώμα θά ‘χεις. Όταν ήμουνα λοιπόν νέος, πέρασα μια φάση μυστική στη ζωή μου. Έψαχνα την επαφή με το Θεό.

-Με το Θεό; Εσύ δεν ήσουνα κομμουνιστής παππού;

-Με το Θεό, με το Σύμπαν, ήθελα μια επικοινωνία πάνω από την ανθρώπινη. Έχουν και οι κομμουνιστές αυτές τις στιγμές, της ανασφάλειας και της αδυναμίας.

-Περίεργο. Νόμιζα πως ήσουνα ήρωας παππού.

-Κι εγώ αυτό νόμιζα. Δεν ήμουνα όμως. Η ψυχή μου ήταν ανήσυχη. Έπαιρνα σβάρνα λοιπόν τα μοναστήρια, έκανα τάματα και περπατούσα χιλιόμετρα για να τα εκπληρώσω.

-Πρέπει να κάνω κι εγώ χιλιόμετρα; Μα είμαι μικρή.

-Εσύ θα κάνεις αυτό που ζητάει η ψυχούλα σου. Είμαι σίγουρος για σένα γιατί…

-Είμαι το καλύτερο παιδί του κόσμου. Αυτό είναι ψέμα παππού και δεν πρέπει να λέμε ψέματα. Η μαμά λέει ότι κάνω αταξίες και είμαι γκρινιάρα.

-Και λοιπόν; Τι παιδάκι θα ήσουνα χωρίς αταξίες και γκρίνια; Όπως και νά ‘χει, τότε αυτά έκανα. Μια μέρα λοιπόν, ήταν Κυριακή πρωί και όπως κάθε Κυριακή εκείνο τον καιρό ανηφόριζα για το μοναστήρι της Πεντέλης. Εκεί που ήταν η ναυτική βάση και τώρα είναι το ωραίο παρκάκι που πηγαίνουμε βόλτες…

-Και που μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερο παππού. Έτσι δε μου λες;

-Έτσι. Τέλος πάντων, δεν αφήνεις τίποτα να πέσει χάμω. Στο σημείο αυτό λοιπόν βλέπω δίπλα μου μια μικρόσωμη σκυλίτσα που πρέπει να ήταν και έγκυος. Η σκυλίτσα ήταν απίστευτα άσχημη, αλλόκοτη, σαν ξωτικό.

-Τρόμαξες που την είδες παππού;

-Καθόλου. Ήταν πολύ συμπαθητική. Τα αυτιά της ήταν όρθια και μυτερά, δυσανάλογα μεγάλα για το μικρό της σώμα, το τρίχωμά της ήταν λίγο και φαγωμένο, το χρώμα της ήταν θαμπό άσπρο με κάτι μαύρες βούλες σαν της ύαινας και το σουλούπι της ήταν σαν κογιότ.

-Τι είναι το κογιότ;

-Τα κογιότ είναι σαν τα τσακάλια. Ας πούμε μικροί λύκοι. Ζουν στην Αμερική. Όταν πεινάσουν μπαίνουν και στις πόλεις και τρώνε μικρά ζώα. Οι άνθρωποι τα κυνηγούν.

-Είναι τόσο κακά τα κογιότ παππού;

-Τι να σου πω; Πεινασμένα είναι. Κι εμείς δεν τρώμε κρέας;

-Ναι. Τα κογιότ είναι πιο κακά από τους ανθρώπους;

-Αχ βρε Αντούσια. Ένας γερο-παππούς είμαι, όχι κανένας σοφός. Δε ξέρω να σου απαντήσω.

-Τότε συνέχισε την ιστορία.

-Η μικρή σκυλίτσα που λες, το ξωτικό, μου έκανε παρέα σε όλη τη διαδρομή. Όταν φτάναμε σε σταυροδρόμι, έλεγχε τη διάβαση και περνούσε με ασφάλεια. Μέχρι να φτάσουμε πάνω, την είχα αγαπήσει. Δεν είχα ξαναδεί τόσο λογικό και συναισθηματικό ζώο.

-Και μετά; Τι έγινε με το ξωτικό παππού; Το πήρες στο σπίτι σου;

-Θα το έπαιρνα σίγουρα. Όμως, λίγο πριν φτάσουμε στο μοναστήρι, ακούστηκαν πολλά γαυγίσματα από σκυλιά. Πρέπει να ήταν κοπάδι.

-Και τι έγινε;

-Πριν να το καταλάβω το ξωτικό εξαφανίστηκε. Ίσως έφυγε για να γλιτώσει από την αγέλη. Ίσως ήταν φίλοι της και πήγε να τους συναντήσει.

-Λυπήθηκες παππού;

-Λυπήθηκα αλλά αμέσως σκέφτηκα ότι μία τόσο έξυπνη σκυλίτσα έκανε αυτό που ήταν σωστό για κείνη και για τα σκυλάκια που θα γεννούσε.

-Αυτή ήταν η ιστορία; Πολύ λυπητερή παππού.

-Καθόλου. Το ξωτικό μου έδειξε ότι στη ζωή πρέπει να αποφασίζουμε και να κάνουμε αμέσως αυτό που θεωρούμε σωστό.

-Εγώ παππού θεωρώ πως είναι σωστό να μου πεις επιτέλους ποιο είναι το βραβείο μου.

-Χμ. Θα έλεγα ότι το καλύτερο βραβείο θα ήταν ένα σκυλάκι. Ένα όμορφο μικρό σκυλάκι.

-Τέλειο βραβείο παππού. Όμως δε θέλω ένα όμορφο σκυλάκι. Θέλω ένα σκυλάκι καλό και σοφό σαν το ξωτικό. 

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ, Η ΑΝΤΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


Αφιερωμένο στον εκλεκτό φίλο Μάρκο

Κάθε βράδυ η μικρή Αντούσια νανουρίζει τον παππού της. Ο παππούς ξαπλώνει στο κρεβάτι του και κλείνει τα μάτια. Η Αντούσια κάθεται δίπλα του στο μικρό ξύλινο καρεκλάκι της. Ο παππούς ρωτάει την Αντούσια: Ποιο είναι το καλύτερο παιχνίδι; Το ύπνο- ύπνο παππού απαντάει ανόρεχτα η Αντούσια που δεν της αρέσει ο ύπνος. Ο παππούς χαμογελάει και αρχίζει την ιστορία του, έχοντας πάντα τα μάτια κλειστά.

Μετά από πολλά-πολλά χρόνια, ας πούμε το 2050 ο κόσμος θα είναι πολύ διαφορετικός. Ο παππούς μάλλον θα βρίσκεται ψηλά και θα σε προσέχει Εσύ όμως θα είσαι μια όμορφη νεαρή κυρία.

Και ποιος θα μου λέει ιστορίες; Ρωτάει στενοχωρημένη η Αντούσια.

Αυτά θα τα πούμε στη συνέχεια. Πρέπει όμως να εξηγήσουμε πώς θα είναι ο κόσμος. Οι άνθρωποι λοιπόν, σ’ αυτόν τον διαφορετικό κόσμο, θα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Στους συνηθισμένους και στους εκλεκτούς.

Κι εγώ σε ποια κατηγορία θα είμαι παππού;

Περίμενε, δε φτάσαμε εκεί. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι δε θα έχουν λεφτά.

Δεν θα έχουν λεφτά παππού; Ανοίγει το στόμα με έκπληξη η Αντούσια. Και πώς θα αγοράζουν παιχνίδια στα παιδιά τους;

Εδώ είναι το ζήτημα κουκλίτσα μου. Παιχνίδια θα υπάρχουν, λεφτά δε θα υπάρχουν. Τα παιχνίδια δε θα έχουν την ποικιλία που βλέπεις τώρα στα μαγαζιά. Θα υπάρχουν κούκλες, αυτοκινητάκια, μπάλες, επιτραπέζια και άλλα, χωρίς όμως να είναι τόσα πολλά και διαφορετικά είδη. Τα παιχνίδια αυτά θα τα φτιάχνουν ρομπότ.

Ρομπόοτ!;

Μάλιστα. Ρομπότ θα φτιάχνουν και τα φαγητά που θα είναι σαν τις κροκέτες που τρώνε τα γατάκια και τα σκυλάκια, όπως και τα ποτά που θα είναι βασικά δύο ειδών, άσπρα και κόκκινα, με τρεις γεύσεις το καθένα.

Η Αντούσια στραβομουτσούνιασε. Δε μ’ αρέσει καθόλου αυτός ο κόσμος παππού. Δεν τον κάνεις λίγο διαφορετικό;

Δυστυχώς δεν περνάει από το χέρι μου. Πάντως θα υπάρχουν και αυτοκίνητα, σαν κουβαδάκια, για να πηγαίνουν οι άνθρωποι βόλτα, βιβλία γραμμένα από ρομπότ, ταινίες…

Με ρομπότ;

Από ρομπότ με ρομπότ. Και θα υπάρχουν δρόμοι που θα τσουλάνε σαν τους κυλιόμενους διαδρόμους στα αεροδρόμια. Έτσι τους περιγράφει ένας παλιός συγγραφέας, ο Ασίμοφ.

Αυτό μ’ αρέσει! Έσκασε λιγάκι το χειλάκι της Αντούσιας. Και οι συνηθισμένοι άνθρωποι θα δουλεύουν χωρίς λεφτά παππού;

Εδώ είναι το ζήτημα. Δεν θα δουλεύουν καθόλου. Αντίθετα οι εκλεκτοί θα δουλεύουν με λεφτά, όπως γίνεται και τώρα. Θα φτιάχνουν μεγάλη ποικιλία από πράγματα, φαγητά, παιχνίδια, βιβλία, πίνακες, φεράρι, πόρσε, μερσεντές. Θα υπάρχουν σεφ, μετρ, μαέστροι, καλλιτέχνες και τεχνίτες κάθε είδους και θα είναι άνθρωποι. Εκλεκτοί φυσικά. Τα ρομπότ θα τα έχουν για βοήθεια. Για τις βαριές δουλειές.

Παππού αποφάσισα. Θα γίνω εκλεκτή.

Υπάρχει όμως ένα ζήτημα Αντούσια. Οι εκλεκτοί δεν μπορούν να έχουν σχέσεις και φιλίες με τους συνηθισμένους για να μη νοθεύονται τα συστήματα.

Δηλαδή παππού δε θα μπορώ να κάνω φίλους τα συνηθισμένα παιδάκια;

Δε θα είσαι παιδάκι τότε, θα είσαι μεγάλη.

Δε θα μπορώ να έχω φίλους τους συνηθισμένους μεγάλους; Κι εσύ παππού τι θα είσαι;

Εγώ… Μάλλον συνηθισμένος.

Αποκλείεται παππού. Εσύ λες ιστορίες. Και δεν είσαι ρομπότ. Αλλά αν είσαι συνηθισμένος εσύ και οι φίλοι μου τι θα γίνει;

Στον κόσμο αυτό θα υπάρχουν κανόνες. Αν παραβιάσεις τους κανόνες θα σε στείλουν εξορία στο φεγγάρι.

Εγώ λέω παππού να προετοιμαστούμε για το φεγγάρι. Όπως μου τα λες θα είναι σίγουρα καλύτερα εκεί.

Η Αντούσια περίμενε κάποια απάντηση αλλά δεν άκουσε παρά το ροχαλητό του παππού.

 

  

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

ΤΟ ΣΑΚΙ


Πώς έφτασα στα εβδομήντα ένα; Αδύνατο να το παραδεχτώ. Είμαι το παιδί που κλώτσαγε τη μπάλα στην αυλή του σχολείου και κουβαλάω ένα βαρύ σακί με πατάτες. Δεν μπορώ να το ξεφορτωθώ. Το κουβαλάω και στον ύπνο μου. Με εμποδίζει να τρέξω. Δε μ’ αφήνει να κάνω κωλοτούμπες. Με λαχανιάζει. Πονάνε τα πόδια μου. Δε μου επιτρέπει να κοιτάξω στο καθρέφτη. Μου κατσικώθηκε όπως ο Γέρος της Θάλασσας στο φουκαρά το Σεβάχ το Θαλασσινό. Προσπαθώ να απαλλαγώ. Μάταια. Μερικές φορές λέω στον εαυτό μου ότι δεν κουβαλάω το κωλόσακο και νιώθω ελαφρύς. Τις περισσότερες φορές αυτό το κόλπο δε δουλεύει. Τότε λέω αμάν πια, να πέσω να τελειώσει το μαρτύριο. Να χαθώ εγώ, να χαθεί και το σακί. Φτάνει για μια τελευταία φορά να κλωτσήσω μια μπάλα όπως τότε. Δεκαπέντε χρονών, στην αυλή του σχολείου.