Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2022

ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ



Ώρα πρωινή. Όχι πολύ. Εννέα και μισή στο σταθμό Χαλάνδρι του μετρό. Οι επιβάτες μόλις έχουν επιβιβαστεί. Οι πολλοί φοράνε μάσκα, οι λίγοι όχι. Ήταν ξαφνικό. Ο μασκοφόρος κύριος Χ τραβάει δύο ντιρέκτ, δεξί και αριστερό σε δυο νεανίες χωρίς μάσκα ευρισκόμενους έμπροσθέν του και μία κλωτσιά αλά κικ μπόξιν σε μια πιτσιρίκα που κάπως σα να σηκώθηκε στον αέρα. Άπαντες οι παθόντες χωρίς μάσκα.

-Αληταράδες, έτσι γαμάει ο Τσιόδρας, αλάλαξε ο μασκοφόρος που άφριζε το στόμα του.

Οι επιβάτες αιφνιδιάστηκαν. Οι πολιτικά ορθοί σηκώθηκαν ορθοί από τις θέσεις τους.

-Δεν είναι τρόπος αυτός, έλεος! Έτσι θα πείσουμε για την ορθότητα του εμβολιασμού και της μάσκας;

-Αυτοί δεν πείθονται, στρίγγλιζε ο αφρισμένος. Είναι αντικοινωνικά κατακάθια, αδιαφορούν για το σύνολο!

Μια κυρία πετάχτηκε κραδαίνοντας έναν μικρό σταυρό: Όργανα του οξαποδώ, σατανάδες, μασκούληδες, πολυτρυπιτάδες, στο πυρ το εξώτερον, σκατά να φάτε!

Ένας κύριος με κοντομάνικο, ολόσωμο τατουάζ και ξυρισμένη κεφαλή, ντούκος σωστός, παρεμβαίνει αποφασιστικά: Οι εβραίοι πουλάνε εμβόλια!

-Και τσιπάκια, ωρύεται η κυρία με τον σταυρό.

-Κύριοι ηρεμήστε, οι πολιτικά ορθοί.

-Εσείς μας φέρατε τα μνημόνια και τον ψευτοϊό. Βγάλτε τις μάσκες, σας πήραμε πρέφα!

-Καλά, μιλάνε αυτοί που στηρίζουνε τον Πούτιν.

-Τον πούστην!

-Ορίστε και ο ρατσισμός. Γελοιοποίηση της διαφορετικότητας!

-Είστε φασίστες!

-Εσείς είστε φασίστες, ναζιστές και πουτάνας γιοι!

-Ελλάδα το μεγαλείο σου, οι πολιτικά ορθοί.

-Αν δε σ’ αρέσει η Ελλάδα να πας στη Γερμανία, στους ναζί.

Εντωμεταξύ η πιτσιρίκα που έφαγε την κλωτσιά, πεσμένη κατάχαμα ανασαίνει με δυσκολία. Στην πρώτη στάση του μετρό επιβιβάζονται σεκιουριτάδες.

-Το ΕΚΑΒ, φωνάξτε το ΕΚΑΒ, πεθαίνει η μικρή!

Ο αφρισμένος που έριξε την κλωτσιά, έχει ξαφρίσει, έχει πέσει πάνω στη μικρή και της κάνει μαλάξεις.

-Μείνε μαζί μας, σε παρακαλώ, μείνε μαζί μας. 

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

ΤΟ ΒΑΡΥ ΠΕΠΟΝΙ



Ο Χρήστος ο Κανούσης αγαπούσε την κηπουρική. Η δουλειά του στο υπουργείο ήταν το ζην, ο κήπος του το ευ ζην.

Άπειρες ώρες περνούσε στον κήπο και πολλές ώρες στην έρευνα για την καλλιέργεια των ζαρζαβατικών και των φρούτων ώστε να αποδίδει ο κόπος του.

Τα ζαρζαβατικά του πήγαιναν σφαίρα. Ντομάτες, μελιτζάνες, πιπεριές, αγγούρια, κολοκύθια, σέλινα, κρεμμύδια, σπανάκια, λάχανα Βρυξελών, κουνουπίδια, όλα τελοσπάντων αυτά τα ωραία  ήταν το καμάρι του. Πήγαιναν οι φίλοι, τους έκανε ξενάγηση και τα φωτογράφιζαν με ενδιαφέρον.

Και το αμπελάκι του με τον ροδίτη πήγαινε καλά. Έβγαζε το κρασάκι του και το εμφιάλωνε, με ετικέτα παρακαλώ. Κτήμα Κανούσης. Μάλιστα.

Τώρα, στα καρπούζια δεν είχε και τόση επιτυχία αλλά εκεί που τα πήγαινε πραγματικά άσχημα ήταν στα πεπόνια. Πανωλεθρία. Πρακτικά δεν είχε βγάλει ούτε ένα πεπόνι της προκοπής.

Ο Χρήστος ο Κανούσης δεν την άντεχε την αποτυχία. Τον τρέλαινε. Κάθε τόσο ρωτούσε τον γερο-Νικόλα που ήταν φίνος μπαξεβάνης με παράδοση. Αυτός του έδινε πάντα θετικές οδηγίες αλλά στα πεπόνια δεν είχε βοηθήσει.

Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο του Νικόλα και ακούστηκε ο Χρήστος απελπισμένος: Νικόλα έκανα όλα όσα μού ‘πες. Αποστάσεις, λιπάσματα, κάλυψη, κορφολόγημα, τα πάντα. Τζίφος.

Ο γερο-Νικόλας τον λυπήθηκε: άκουσε Χρήστο. Θα σου πω ένα μυστικό που δεν το ξεστομίζω συχνά γιατί κάποιοι με πήραν στο ψιλό όταν τους το εμπιστεύτηκα. Πρέπει να πιάνεις την κουβέντα με τα μικρά πεπονάκια. Πώς δηλαδή; Θα πηγαίνεις το βραδάκι και θα πιάνεις συζήτηση. Θα τα καλοπιάνεις και θα τα ηρεμείς.

Ο Χρήστος τον έχει Θεό τον Νικόλα. Ότι του λέει είναι νόμος. Έτσι, με το που ξεπρόβαλε το πρώτο πεπονάκι, άφησε την Ρηνιώ μπροστά στην τηλεόραση λέγοντάς της ότι πάει μια βόλτα στον μπαξέ. Τώρα, βραδιάτικα, άνθρωπέ μου; Μύγα σε τσίμπησε; Εσύ δουλειά σου κυρά Ρήνη! Χάζεψε στο κουτί να δεις χαΐρι!

Μια και δυο στο πεπονάκι ο Χρήστος, κάθισε δίπλα του και άρχισε τα γλυκόλογα: Έλα παιδάκι μου, πάρε το νεράκι σου από το χωματάκι που σου έβαλα και έχει όλες τις θρεπτικές ουσίες, πρόσεχε τον ήλιο τον πολύ, είδες ότι σου έβαλα ειδικό κάλυμμα, θα μεγαλώσεις και θα γίνεις κουκλί! Θες να σου πω ένα γλυκό νανούρισμα;

Δε θέλω νανούρισμα, λέει το πεπόνι. Θέλω να με λες αστυνόμο, ασφαλίτη, έστω μπάτσο. Εσένα πώς σε λένε; Χρήστο Κανούση, απαντάει με τα μάτια γουρλωμένα ο κηπουρός. Τό ‘ξερα! Τό ‘ξερα ότι θά ‘πεφτα σε γνωστό, του σιναφιού! Εμένα με λέγανε Ζούζουλα. Με θυμάσαι; Συνάδελφος του πατέρα σου. Γενική Ασφάλεια; Σπουδαστικό;

Πώς, θυμάμαι ! Σε φωνάζανε βαρύ πεπόνι!

Νάτα λοιπόν! Τώρα μπορούμε να συνεννοηθούμε. Για τη μετεμψύχωση έχεις ακούσει, έτσι; Κάτι λίγα. Ε, λοιπόν ισχύει απολύτως. Και ισχύει ότι γεγονότα, συναισθήματα και συμπεριφορές σου καθορίζουν το είδος και την ποιότητα της επόμενης ύπαρξής σου. Τι μου λες; Δηλαδή επειδή εσένα σε φωνάζανε βαρύ πεπόνι, στην επόμενη ζωή έγινες πεπόνι; Ναι, έπαιξε ρόλο. Τον πατέρα μου τον φώναζαν καπετάνιο, τώρα υπάρχει ένα παιδί που σε λίγα χρόνια θα μπαρκάρει και είναι ο πατέρας μου;

Μπορεί αλλά μάλλον όχι. Στο μεταγωγών, που περιμέναμε για να μπούμε στην καινούρια μας ύπαρξη, ξέρεις τι λέγανε; Τι λέγανε; Όσο τα κολοκύθια είναι φαΐ άλλο τόσο οι ασφαλίτες είναι άνθρωποι.

Δηλαδή ο μπαμπάς μου θα είναι κι αυτός ζαρζαβατικό; Έτσι το βλέπω, καμιά μάπα, κάνα αγγούρι…

Για να πούμε την αλήθεια, λέει σκεφτικός ο Χρήστος, μάλλον σας άξιζε η κατάντια. Είχατε ρίξει πολύ ξύλο. Φάλαγγα, ηλεκτροσόκ…

Ρε φίλε, εντολές εκτελούσαμε. Προστατεύαμε το καθεστώς! Και δεν υπήρχε άλλος τρόπος; Βλέπεις εσύ άλλο τρόπο; Εγώ δεν βλέπω ξύλο και βασανιστήρια. Να σου πω κάτι; Αυτοί που δίνανε τις εντολές δεν λέρωσαν τα χέρια τους ούτε με ξύλο ούτε με βασανιστήρια. Και τώρα προσκαλούνται πρώτοι-πρώτοι, αυτοί και τα τέκνα τους, στη γιορτή αποκατάστασης της δημοκρατίας.

Αυτοί δεν είναι σαν τα κολοκύθια; Στην επόμενη ζωή τους δεν θα γίνουν μελιτζάνες; Κανείς δεν ξέρει, είπε το πεπόνι, ο Ζούζουλας. Δικαιοσύνη δεν υπάρχει πουθενά. Μα τώρα με παρασκότισες. Τράβα να κοιμηθείς και άσε τα νανουρίσματα.

Την άλλη μέρα το πεπονάκι ήταν ξερό και ο Χρήστος περίμενε το επόμενο με την ελπίδα ότι δεν θα ήταν ο Σμαΐλης.    

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

 



Ο συμπολίτης Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος έγραψε ένα σχόλιο για τη μικρή μου ιστορία «ΤΟ ΘΥΜΑ» στην ιστοσελίδα της «Δράσης για μια άλλη πόλη» των Βριλησσίων. Το σχόλιο είναι το εξής: «Συμπυκνωμένη, σύγχρονη τραγωδία από έναν συμπολίτη μας! Χρήζει πολλών επαίνων. Συγχαρητήρια!».

Το επαινετικό σχόλιο του συμπολίτη είναι ιδιαίτερα κολακευτικό και τον ευχαριστώ. Πέρα όμως απ’ αυτό, μου δίνει την ευκαιρία να σχολιάσω με τη σειρά μου την επίδραση της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας και των Ομηρικών Επών, όχι μόνο στο θέατρο και στη λογοτεχνία αλλά και στη λαϊκή τέχνη του κινηματογράφου και των τηλεοπτικών σειρών.

Ο συμπολίτης Μ.Δ.Ε. γνωρίζει καλά τι γράφει. Δεν συγκρίνει τα μεγέθη αλλά το πνεύμα. Δε γίνεται να συγκριθούν σα μέγεθος μια συμπαθητική μικρή ιστορία με τα τιτάνια έργα του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του κοντοχωριανού μας του Ευριπίδη. Όμως το πνεύμα του τραγικού ήρωα υπάρχει στο μικρό Μπάμπη της ιστορίας και θυμίζει κάτι από Οιδίποδα: σκοτώνει ο Μπάμπης λόγω νεανικής επιπολαιότητας και ο νεαρός Οιδίποδας λόγω παρορμητικού θυμού. Όταν έρχεται η ώρα της συνειδητοποίησης και οι δύο καταρρέουν.

Στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία δεν υφίσταται μανιχαϊστικός διαχωρισμός καλού-κακού. Οι ήρωες και οι θεοί κυριαρχούνται από τα πάθη και συχνά κάνουν κακό πιστεύοντας ότι πράττουν ορθά. Επίσης τα διλήμματα δεν έχουν μονοσήμαντες απαντήσεις. Πρέπει να υπακούμε στο νόμο ή στη συνείδηση (Αντιγόνη); Πρέπει να εκδικούμαστε το άδικο ακόμη και με τον φόνο της μάνας μας ή όχι (Ορέστης, Ηλέκτρα);

Στην Τραγωδία ο θεατής μπερδεύεται. Τη μια συμπάσχει με τον ήρωα και την άλλη διαφωνεί μαζί του συντασσόμενος με την άποψη ή τον προβληματισμό του χορού που εκπροσωπεί, κατά κάποιο τρόπο, την κοινή γνώμη. Η Κάθαρση, η κατακλείδα του έργου, είναι δίκαιη αλλά και παρηγορητική για τον θεατή που πρέπει να φύγει από την παράσταση με αίσθημα πληρότητας.

Αυτό το μπέρδεμα του θεατή δεν αρέσει στον Πλάτωνα ο οποίος πιστεύει στον παιδευτικό χαρακτήρα της τέχνης. Κατά τον Πλάτωνα ο θεατής πρέπει να μαθαίνει να ξεχωρίζει το καλό από το κακό και όχι απλά να συμπάσχει και να παθιάζεται με τους ήρωες. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα δεν έχουν θέση οι τραγικοί ποιητές αλλά ο φιλόσοφος ποιητής.

Πώς τώρα έχουν όλα αυτά σχέση με την σύγχρονη τέχνη του κινηματογράφου και των τηλεοπτικών σειρών;

Στον λεγόμενο εμπορικό κινηματογράφο που είναι ένα είδος λαϊκής τέχνης με πολύ μεγάλο κοινό είχε κυριαρχήσει για πολλά χρόνια ένα μοτίβο όπου οι χαρακτήρες διαχωρίζονταν σε καλούς και κακούς, οι επιλογές ήταν συνειδητές και ξεκάθαρες, με το καλό ή το κακό, και το τέλος ήταν το γνωστό happy end, η επικράτηση του καλού. Στα μάτια μου αυτή η στάση του εμπορικού κινηματογράφου πλησιάζει την περί τέχνης ηθική αντίληψη του Πλάτωνα.

Φαίνεται όμως ότι με τα χρόνια το κοινό άρχισε να πλήττει με τις ταινίες του happy end και του σίγουρου θριάμβου του καλού. Οι κοινωνικές συνθήκες άλλωστε δεν ευνοούν μια τέτοια θεώρηση. Τα τελευταία χρόνια έχουμε μια στροφή προς το πνεύμα της Τραγωδίας όπου δεν υπάρχουν ξεκάθαρα καλοί χαρακτήρες και το τέλος έχει στοιχεία κάθαρσης: οι ήρωες αφανίζονται συνειδητοποιημένοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και ο θεατής μένει χωρίς εκκρεμότητες.

Η στροφή αυτή είναι ακόμη πιο έντονη στις τηλεοπτικές σειρές. Οι χαρακτήρες είναι όλοι τραγικοί, οδηγούμενοι από πάθη, αντιμετωπίζοντας διαρκώς διλήμματα όπου η στάση τους επιβάλλεται από τις καταστάσεις και όχι από την ηθική επιλογή του καλού.

Η εντύπωσή μου είναι ότι η μεταστροφή αυτή στη λαϊκή τέχνη του κινηματογράφου και της τηλεόρασης δεν θα διαρκέσει για πολύ. Ο άνθρωπος απογοητεύεται και μπερδεύεται, φτάνει να μην πιστεύει καν στην διαφορά καλού και κακού αλλά κάποια στιγμή θα χρειαστεί και την ελπίδα και το φωτεινό παράδειγμα. Κάποια στιγμή θα ξαναλάμψει η αισιοδοξία του Πλάτωνα και η πίστη ότι το καλό υπάρχει και πέρα από το συμφέρον. 

*Η εικόνα είναι από την τηλεοπτική σειρά Animal Kingdom. 

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2022

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ*

Σήμερα το πρωί ο Σάββας έφυγε. Πήρε το μονοπάτι του αθόρυβα και τον χάσαμε. Διακριτικά, χωρίς φασαρία, όπως έκανε πάντα.

Ήταν γλυκός άνθρωπος. Τρυφερός και υποστηρικτικός. Με το καλοσυνάτο χιούμορ, με τον καλοπροαίρετο λόγο. Πολύτιμος για την οικογένειά του, για τους ανθρώπους του, για τους φίλους του, για όλους.

Στον Σάββα δεν άρεσαν τα μπλεξίματα. Προσπαθούσε να απλοποιήσει τα πράγματα. Είχε εξαιρετική αντίληψη αλλά απόφευγε τις πολύπλοκες καταστάσεις. Του άρεσε να κυκλοφορεί στα δικά του κατατόπια.

Άραγε θα βρει τη σωστή άκρη στο μονοπάτι του; Θυμήθηκα τον φίλο που έρχεται ταχτικά στον ύπνο μου να μου λέει: Όταν φεύγεις, το μονοπάτι σου σε πάει μόνο του. Ο μπερδεμένος μπερδεύεται, ο ντόμπρος βρίσκει το δρόμο ίσιο και καθαρό.

Και αυτά που δεν προλάβαμε να κάνουμε εδωνά; Τα τσιπουράκια που τάξαμε και δεν ήπιαμε, τα μεζεδάκια που δεν ετοιμάσαμε;

Όταν με το καλό ανταμώσετε όλα θα γίνουν, σα ν’ ακούω το φίλο να μου λέει. Κι ο Σάββας θα συναντήσει την Αντριάνα, τον Μιχάλη και όλους τους αγαπημένους του. Σε ένα όνειρο που δεν τελειώνει ποτέ.

Ε τότε, καλή αντάμωση ρε Σάββα. Και να μην ξεχάσω πάλι να σου φέρω τις μεγάλες ελιές που σου είχα τάξει.

*Αποχαιρετισμός στον ξάδερφο και φίλο Σάββα Ματσούκη.     

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2022

ΤΟ ΘΥΜΑ



Άναψε πράσινο για τους πεζούς. Ο κύριος Μπάμπης που ήταν στη διαχωριστική νησίδα πάτησε το ένα πόδι στο δρόμο κι ετοιμαζόταν να πατήσει και το δεύτερο. Η μεγάλη μηχανή ήρθε με ταχύτητα και τον πέταξε. Ο ηλικιωμένος άντρας έμεινε στο οδόστρωμα αιμόφυρτος και αναίσθητος. Κόσμος μαζεύτηκε γύρω του. Το ασθενοφόρο έφτασε σε λίγο και τον πήρε. Στο νοσοκομείο διαπίστωσαν τον θάνατο.

Ο εικοσάρης Μπάμπης στη μηχανή είχε γκαζώσει για να προλάβει το φανάρι. Χτύπησε τον ηλικιωμένο με το πλάι. Τα έχασε και έφυγε πανικόβλητος. Άρχισε να γυρίζει από δω και από κει αλαφιασμένος, πάνω σε μια αλαφιασμένη μηχανή. Οι σκέψεις πέρναγαν απ’ το μυαλό του αστραπή κι εξαφανίζονταν. Να γυρίσει; Δεν το άντεχε. Κρατούσε μέσα του μια ελπίδα. Είχε χτυπήσει τον άνθρωπο σχεδόν ξώφαλτσα. Η ζημιά δεν πρέπει να ‘ταν μεγάλη.

Περιπλανώμενος έφτασε κάπου στο Χαϊδάρι. Άφησε τη μηχανή σ’ ένα δρομάκι και χώθηκε σε μια καφετέρια. Παράγγειλε γλυκό φραπέ κι άρχισε να παίζει με το καλαμάκι. Η τηλεόραση έλεγε ειδήσεις.

Κάποια στιγμή είπαν για το συμβάν, Αλεξάνδρας στο ύψος της Ιπποκράτους. Ο ηλικιωμένος έχασε τη ζωή του. Το καλαμάκι έφυγε από το χέρι του Μπάμπη. Έσκυψε να το μαζέψει μηχανικά, όταν άκουσε το όνομα: Χαράλαμπος Γουλής. Το δικό του όνομα!

Κάποιος συγκράτησε τον αριθμό της μοτοσυκλέτας σίγουρα. Δεν ήταν δύσκολο να τον βρουν, η μηχανή ήταν στο όνομά του. Έπρεπε να παραδοθεί, είχε σκοτώσει άνθρωπο.

Άρχιζε να ζαλίζεται. Χλόμιασε, άσπρισε, τον έκοψε κρύος ιδρώτας. Είστε καλά κύριε; Του είπε ο σερβιτόρος.

Σηκώθηκε να φύγει αμίλητος. Ο σερβιτόρος ευγενικά του θύμισε να πληρώσει. Ξέπνοα ζήτησε συγνώμη και άφησε ένα δεκάρικο. Δεν ήθελε ρέστα. Βγήκε στον καθαρό αέρα να συνέλθει.

Βρήκε με κόπο τη μηχανή. Την καβάλησε και τράβηξε για τη γειτονιά του. Εκεί που έγινε το δυστύχημα.

Παρουσιάστηκε στο αστυνομικό τμήμα των Εξαρχείων. Ο φρουρός τον έστειλε στον αξιωματικό υπηρεσίας.

Χτύπησα άνθρωπο χωρίς να το θέλω, είπε. Πώς; Τον ρώτησε ο αστυνομικός. Με τη μηχανή, στο φανάρι Ιπποκράτους και Αλεξάνδρας. Μας αναφέρθηκε το συμβάν. Πώς λέγεσαι; Χαράλαμπος Γουλής.

Ο αστυνομικός κοίταξε το χαρτί μπροστά του. Με δουλεύεις; Γιατί κύριε; Χαράλαμπος Γουλής λέγεται το θύμα!

Ο Μπάμπης έμεινε ένα ολόκληρο λεπτό άφωνος. Έπειτα τα πάντα σκοτείνιασαν. Ψέλλισε: ποιος ήταν το θύμα κύριε; Χαράλαμπος Γουλής, ετών εβδομήντα, κάτοικος Αθηνών, Ιπποκράτους 182.

Ο Μπάμπης Γουλής ο πρεσβύτερος, ήταν το θύμα. Ο Μπάμπης Γουλής ο νεότερος, ο εγγονός, ήταν θύτης και θύμα. Η ζωή είναι μεγάλη πόρνη.

Είπε κάποτε ένας φιλόσοφος των Εξαρχείων. 

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Η ΣΤΡΩΜΑ



Μόλις το Νισάν του Αλέξανδρου του παλιατζή, του καλού παιδιού, έστριψε στην Χρυσοστόμου Σμύρνης, η Βασιλική φώναξε: μια στρώμα!

Ο Θανασάκης ο μικρός από πίσω διόρθωσε: ένα στρώμα ρε μάνα! Μια στρώμα, ένα στρώμα, τρέξε Φιτίμ να το πάρεις πριν μας το αρπάξουνε, είπε η Βασιλική, στη γλώσσα της, στον Αλέξανδρο που τον φωνάζανε Βαγγέλα αλλά εκεί που γεννήθηκε ήταν γραμμένος σαν Φιτίμ.

Ο Βαγγέλας γούρλωσε τα μάτια με το στρώμα του κουτιού που ήταν μάλιστα μέσα σε νάιλον. Το άρπαξε και το έδεσε στην καρότσα.

Να το πας στον Νικηφόρο, του λέει η Βασιλική. Τι να το κάνει ο Νικηφόρος, αυτός πουλάει καινούργια. Μα αυτό είναι κατακαίνουργιο, επιμένει η Βασιλική.

Επειδή πάντα στο τέλος περνάει της Βασιλικής, η στρώμα έφτασε στον Νικηφόρο που απόρησε: από πού το τσουρνέψατε;

Δεν τσουρνέβω εγώ βρε, θύμωσε ο Βαγγέλας. Μου το ‘δωκε πελάτης. Το θες ή να το πάω παρακάτω;

Τέλος πάντων, θα το πάρω. Ένα πενηντάρικο.

Τι πενηντάρικο, αυτό κάνει δυο χήνες, λέει ο Βαγγέλας που είχε βάλει τον Θανασάκη να το ψάξει στο κινητό.

Δυο χήνες; Κάγχασε ο Νικηφόρος. Πήγαινέ το παρακάτω.

Εντάξει βρε, δεν σου ζητάω δυο χήνες, έμπορος είσαι, δυο κατοστάρικα όμως είναι για το συφέρο σου.

Εβδομήντα και τέλος είπε ο Νικηφόρος και του γύρισε την πλάτη.

Πάρτο ρε τσιφούτη, είπε ο Αλέξανδρος-Βαγγέλας-Φιτίμ. Δώσε ογδόντα και πάρτο.

Έδωσε εβδομηνταπέντε ο Νικηφόρος που είχε και  e-shop και το έβγαλε στο ίντερνετ σαν ευκαιρία – καινούργιο σε μισή τιμή, χίλια και διακόσια πενήντα παρακαλώ.

Την είδε την προσφορά ο Αλέξανδρος, όχι ο παλιατζής αλλά ο Γρηγορίου, καθηγητής στο πανεπιστήμιο που έψαχνε για καινούργιο στρώμα και το παράγγειλε.

Μόλις το φέρανε, η γυναίκα του η Ειρήνη σχολίασε μαζεμένη: ίδιο με το προηγούμενο είναι.

Ναι, έκοψε την κουβέντα απότομα ο Αλέξανδρος.

Ο οποίος Αλέξανδρος είχε πιάσει πριν δυο μέρες τη γυναίκα του στα πράσα με τον κουμπάρο και πέταξε το στρώμα του κρεβατιού τους. Επειδή όμως ήταν αδύναμος χαρακτήρας και εξαρτημένος από την Ειρήνη, πες πως την αγάπαγε κιόλας, την συγχώρεσε σχεδόν αμέσως.

Από κει και πέρα ανέλαβε το κάρμα. 

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022

ΤΟ ΒΟΤΣΑΛΟ

 


Τον Μίλτο δεν τον πήρε από κάτω. Έτσι έλεγαν οι δικοί του και οι φίλοι του που περίμεναν ότι μετά το ατύχημα τα πράγματα θα ήταν δύσκολα.

Ο Μίλτος και η Μαρία γνωριζόντουσαν από παιδιά. Δεκαπέντε χρόνια ήταν μαζί, από τα δεκαπέντε τους. Αυτοκόλλητοι. Μαζί στη δουλειά στο ταχυδρομείο, μαζί στο σπιτάκι της Πανόρμου, μαζί στις μεγάλες βόλτες με την χιλιάρα.

Έκαναν παρέα με όλον τον κόσμο, πρόσχαρα παιδιά, ανοιχτά, με τα τραγούδια τους, τις κιθάρες, τις μπύρες και τα τσίπουρα, τα τσιγαριλίκια όταν έπρεπε, έτοιμοι να συντρέξουν τον καθένα που ζητούσε ένα χέρι για βοήθεια. Ένα χέρι ζητούσε ο άλλος, τέσσερα του πρόσφεραν. Γι αυτό τους αγαπούσαν οι πάντες.

Τη μέρα του ατυχήματος η χιλιάρα λαμποκοπούσε. Ο Μίλτος την πρόσεχε πολύ. Ούτε γρατζουνιά δεν είχε η μηχανή. Και σαν οδηγός ήταν μάγκας. Δεν οδηγούσε ποτέ πιωμένος και όταν μπλέκανε σε τίποτε γλέντια, ξεραινόντουσαν στον ύπνο και συνεχίζανε τη βόλτα μετά, με το κεφάλι καθαρό.

Τη μέρα εκείνη γύρναγαν από τη δουλειά και είπαν να περάσουν μια βόλτα από την Πεντέλη, να αράξουν και να δουν τα χρώματα από το ηλιοβασίλεμα. Στην επιστροφή για το σπίτι η χιλιάρα πάτησε λάδια και έφυγε απ’ τον δρόμο. Ο Μίλτος έπεσε στο συρματόπλεγμα και δεν έπαθε σχεδόν τίποτα, η Μαρία χτύπησε στην κολόνα και το παλιό κράνος δεν άντεξε.

Στην κηδεία ο Μίλτος έμεινε αμίλητος και αδάκρυτος. Χαιρέτησε με ευγένεια όλους, τους πολλούς, που πήγαν να αποχαιρετήσουν το Μαράκι. Γύρισε μετά στο σπίτι, μάζεψε τα ρούχα και τα πράγματα της αγάπης του και τα έβαλε σε δυο μεγάλες κούτες για να τα δώσει. Τις φωτογραφίες τις τυπωμένες τις μάζεψε σ’ ένα κουτί, μαζί μ’ ένα στικάκι που είχε όλες τις ηλεκτρονικές. Αυτά τα ανέβασε στο πατάρι. Ήπιε ένα μπουκάλι τσίπουρο και κοιμήθηκε.

Την άλλη μέρα πήγε στη δουλειά και μετά πέρασε από το μάστορα που είχαν μεταφέρει τη χιλιάρα. Σε μια βδομάδα η μηχανή ήταν έτοιμη.

Η ζωή του Μίλτου μπήκε ξανά στις ράγες της, σα να μην είχε βγει ποτέ από αυτές. Σπίτι, δουλειά, βόλτα με τη χιλιάρα. Υιοθέτησε και μια μικρή σκυλίτσα, την Ραλού που την κουβάλαγε πάντα μαζί του σ’ ένα μάρσιπο.

Και τα χρόνια πέρασαν. Οι βόλτες με τη χιλιάρα, πότε σε βουνό, πότε σε θάλασσα, με τον Μίλτο να παίρνει μαζί του την Ραλού, την κονσέρβα της, μια μπύρα, καφέ και νερό και να βγάζει τη νύχτα σε υπνόσακο, μαζί με τη σκυλίτσα του. Το πρωί, με το που χάραζε, έκανε μια βόλτα με τη Ραλού και μετά ανέβαιναν στη χιλιάρα για τη δουλειά.

Εκείνο τη νύχτα την είχαν βγάλει στην παραλία. Το πρωί ο Μίλτος μπήκε να βουτήξει τα πόδια στη θάλασσα και η Ραλού τον ακολούθησε όπως πάντα. Το νερό ήταν καθαρό, κρυστάλλινο. Σε μια στιγμή ο Μίλτος κοντοστάθηκε και κοίταξε τον βυθό. Ξεχώρισε ένα βότσαλο. Έσκυψε, το ‘πιασε και το στέγνωσε τρίβοντάς το πάνω στο ρούχο του. Το έβαλε στην τσέπη του και φώναξε την Ραλού να φύγουνε.

Εκείνη τη μέρα δεν πήγαν στη δουλειά. Γύρισαν στο σπίτι και ο Μίλτος κατέβασε την κούτα από το πατάρι. Έψαξε και βρήκε το βότσαλο. Ένα βότσαλο σχεδόν δίδυμο με κείνο που μάζεψε στη θάλασσα, μαζεμένο κι αυτό πριν περίπου δέκα χρόνια από την  παραλία της Χηλής στην Αλεξανδρούπολη. Το είχε βρει η Μαρία που του άνοιξε την παλάμη και το άφησε μέσα. Ήταν ένα ωραίο βότσαλο σε σχήμα καρδιάς.

Έβαλε τα δυο βότσαλα, το ένα δίπλα στ’ άλλο, στο κομοδίνο. Ήπιε μισό μπουκάλι ουίσκι και κοιμήθηκε, έναν ύπνο βαρύ και πηχτό. Το πρωί πήγε την Ραλού στον φίλο του τον Σπύρο, το μάστορα με το συνεργείο, και τον παρακάλεσε να του την κρατήσει για κάνα-δυο μέρες. Ο Σπύρος δέχτηκε ευχαρίστως και δεν έκανε άλλες ερωτήσεις γιατί ήταν άνθρωπος διακριτικός.

Ο Μίλτος γύρισε στο σπίτι, ήπιε τα υπόλοιπο ουίσκι και άνοιξε δεύτερο μπουκάλι. Κοιμήθηκε και το βραδάκι ξεκίνησε για Λαύριο. Έφτασε στο λιμάνι και οδήγησε μέχρι την προβλήτα. Άφησε τη χιλιάρα, έβγαλε το μπουκάλι το ουίσκι και το άδειασε γρήγορα. Ανέβηκε στη μηχανή και μαρσάρισε με μανία. Στο βάθος του σκοτεινού ορίζοντα έλαμπε μια μεγάλη καρδιά.

Το πρωί ένοιωσε μια γλώσσα να του γλύφει το πρόσωπο. Πήγε ν’ ανοίξει τα μάτια του και το φως τον τύφλωσε. Με κόπο ξεχώρισε τα γαλάζια μάτια του Σπύρου που τον κοίταζαν. Ο ήλιος, ο φίλος και ο σκύλος του ήταν εκεί. Μια καινούργια μέρα ήταν εκεί. Ανασηκώθηκε στο παγκάκι. Πάμε για καφέ;

Είπε.