Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2022
Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022
ΜΑΥΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ
Ο Κώστας
είναι καλός άνθρωπος με ένα ελάττωμα. Προσβάλλεται εύκολα και την προσβολή δεν
την καταπίνει. Η μάνα του η κυρά Φρόσω έλεγε –
την καημένη την θυμάμαι σαν τώρα – ο Κωστάκης μου είναι πολύ ευαίσθητος.
Να μου τον προσέχετε.
Τον
προσέχαμε τον Κώστα και ήταν φίλος μας. Γενικά είχε καλή διάθεση, έκανε
καλαμπούρια και ήταν ο καλύτερος τραγουδιστής της παρέας. Στις ταβέρνες που
γυρνάγαμε άρχιζε το τραγούδι και δεν το τελείωνε . Μερικές φορές οι άλλοι
θαμώνες μας την λέγανε: δεν πάτε σε κάνα ρέμα να τραγουδήσετε ρε! Ο Κωστάκης
παρεξηγιότανε και το έπαιρνε βαριά.
Εδώ ακριβώς
αρχίζουν τα παράξενα. Ξέρω πως δε θα με πιστέψετε αλλά το ίδιο μου κάνει, την
αλήθεια θα την πω. Μια φορά που πήγαμε στην ταβέρνα της γειτονιάς, τον
Σουράβλη, ένας βαρύμαγκας που καθότανε παραπέρα με τη γκόμενα σηκώθηκε ξαφνικά,
πήγε αγριεμένος προς τον Κώστα και του τράβηξε την καρέκλα. Ο Κώστας έπεσε,
σηκώθηκε, τον κοίταξε στα μάτια, πήρε το μπουφάν του από την πλάτη της
καρέκλας, το φόρεσε και έφυγε αμίλητος.
Εμείς οι
άλλοι το βουλώσαμε. Ο μάγκας είχε κακό όνομα στην περιοχή. Φύγαμε μετά από λίγο
συννεφιασμένοι. Μας την είχε χαλάσει το παλιοτόμαρο.
Την άλλη
μέρα το μεσημέρι, περνώντας έξω από το μαγαζί του Σουράβλη ακούω το αφεντικό να
φωνάζει: Γιατρέ έλα να σου πω!
Εγώ γιατρός
δεν είμαι αλλά για τον Σουράβλη όλοι οι πελάτες του είναι γιατροί. Ξέρεις τι
έπαθε ο γιατρός, ο μάγκας ο χθεσινός; μου λέει. Δεν ξέρω και δε με νοιάζει. Θα
σε νοιάξει αν μάθεις ότι έπαθε έμφραγμα και βρίσκεται στην εντατική. Τον χάνω
τον πελάτη, μου είπε και μου έκλεισε το μάτι με νόημα.
Μετά από
αυτό, του κάναμε πλάκα του Κώστα: τον έφαγες τον άνθρωπο! Ο Κώστας μας κοίταξε
σκοτεινιασμένος και σιωπηλός.
Την άλλη
μέρα με πήρε παράμερα. Άκουσε Νώντα και μη με πάρεις στο ψιλό. Έχω σοβαρό
πρόβλημα. Το οποίον; του λέω μισογελώντας. Αν συνεχίσεις έτσι σταματάει εδώ η
συζήτηση, μου λέει. Κάνω αμέσως πίσω και ο Κώστας μου εξομολογείται τον πόνο
του.
Νώντα,
ήμουνα έξι χρονών και ο παππούς μου δε μου έκανε το χατίρι να με πάει στο
ΣΙΝΕΑΚ. Θύμωσα τόσο που ευχήθηκα ο παππούς να πεθάνει. Την άλλη μέρα ο παππούς
έπαθε εγκεφαλικό και μετά από δύο μέρες πέθανε. Εγώ αρρώστησα από διφθερίτιδα
και τη γλίτωσα φθηνά μετά από ταλαιπωρία ενός μήνα.
Γέλασα
νευρικά. Κώστα παραλογίζεσαι, του είπα. Καλά μου λέει και μου το ξέκοψε.
Τα χρόνια
περνάγανε, τα παιδιά της παρέας βρέθηκαν από δω κι από κει αλλά η επαφή μεταξύ μας
διατηρήθηκε. Στο μεταξύ μάθανε και οι υπόλοιποι για την εμμονή του Κωστή και
όλο γινόταν πλάκα για το ζήτημα πίσω από την πλάτη του. Κυκλοφορούσαν πολλά
ανέκδοτα που είχαν όμως και βάση. Τη μια γκρεμοτσακίστηκε στο σκι ο διευθυντής
που τον είχε βάλει στο μάτι, την άλλη χτύπησε αυτοκίνητο την γυναίκα που τον
είχε παρατήσει και μέσα στα πολλά, όταν τον απολύσανε από μια χαρτοβιομηχανία
που εργαζόταν, πήρε φωτιά το κτήριο και η βιομηχανία καταστράφηκε ολοσχερώς.
Ακόμη και
τώρα, στα εβδομήντα μας, τον προσέχουμε τον Κώστα. Όταν βγαίνει η παρέα για
κάνα κρασί ή τσίπουρο, του γλυκομιλάμε, του δίνουμε την καλύτερη θέση και τον
σερβίρουμε πρώτο. Γιατί ο Κωστάκης είναι το καλύτερο παιδί αλλά πολύ ευαίσθητος
και παρεξηγείται εύκολα.
Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2021
ΔΥΟ ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΒΑΖΑ
Κακός μήνας ο Ιούλης για τη μεγάλη επαρχιακή πόλη με το
ηπειρωτικό κλίμα. Και το 1987 τα αιρ κοντίσιον ήταν σχεδόν άγνωστα. Αφόρητη η
ζέστη. Κόλλαγαν όλα επάνω μου. Αλλά δεν είχα πάει για διακοπές, ταξίδεψα για
δουλειά. Αυτή ήταν η δουλειά μου: ταξίδια.
Τριάντα τόσα χρόνια μετά, κάνει πάλι πολύ ζέστη. Αλλά είμαι
στην Αθήνα και έχω κλιματισμό. Σερφάρω στο κομπιούτερ και τραβάω πού και πού
μια τζούρα φραπέ με τρεις κουταλιές καφέ. Γυρίζω σε μια στιγμή την περιστροφική
πολυθρόνα για να ξεμουδιάσω και αντικρίζω τη βιβλιοθήκη που έχω χρόνια να την
συγυρίσω και τα βιβλία είναι το ένα πάνω στο άλλο, χωρίς καμιά σειρά και
ταξινόμηση.
Μου αρέσουν τα βιβλία και πάντα είχα την άποψη ότι στη
βιβλιοθήκη δεν μπορεί παρά να είναι μόνο βιβλία, όχι φωτογραφίες, μπιμπελό και
βιτρίνες. Με εκνευρίζουν τα λεγόμενα «σύνθετα». Δείχνουν έλλειψη σεβασμού στην
πνευματική δημιουργία και στην πνευματικότητα γενικότερα. Όμως να που στη
μεγάλη βιβλιοθήκη μου που πιάνει έναν ολόκληρο τοίχο υπάρχουν δυο χρυσά κινέζικα
βάζα Canton με
καπάκι, μέσα σε μια μικρή βιτρίνα. Αυτό κι αν είναι έκπληξη!
Χρόνια τώρα, τα βάζα δεν τα έχω ξεσκονίσει, ούτε καν
ακουμπήσει. Το τζάμι της βιτρινούλας είναι βρώμικο και θολό και μετά βίας
διακρίνονται. Όμως η ματιά μου τα συναντάει συχνά, γνωρίζει την παρουσία τους
κι αυτό μου φτάνει. Φτάνει και περισσεύει για να αφήσει τον νου να ταξιδέψει
στην επαρχιακή πόλη, εκείνη την ανυπόφορα ζεστή μέρα που συνάντησα την Πέρσα
μετά από δεκατέσσερα χρόνια.
Η Πέρσα ήταν γειτόνισσα και συμμαθήτριά μου στο δημοτικό. Ήταν
μοναχοπαίδι, ένα κορίτσι γελαστό - χωρίς να είναι χαζοχαρούμενο - σβέλτο και
απίστευτα δυνατό. Στο σώμα, στην ψυχή και στο μυαλό δυνατό.
Δεν υπήρχε κάτι που να μην έκανε η Πέρσα. Πιάνο, ξένες
γλώσσες, μπαλέτο, ενόργανη, μπάσκετ, ποδόσφαιρο, ιστιοπλοΐα, ξιφασκία,
σκοποβολή και πάλι κάτι θα ξεχνάω. Θα κομπλάριζε τους πάντες αν δεν ήταν τόσο
καταδεχτική και συνάμα διακριτική.
Δεν ανοιγόταν η Πέρσα. Άκουγε με προσοχή, σχεδόν ευλαβικά,
ότι είχες να της πεις και προσπαθούσε να σε βοηθήσει, πάντα διακριτικά,
λέγοντας την άποψή της. Σπάνια θα την άκουγες να πει κάτι για τον εαυτό της και
όταν το έκανε, ήταν απλά μια πληροφορία καθημερινής ρουτίνας.
Αν ήταν όμορφη η Πέρσα, με τα κοντά μαύρα μαλλιά και τα πράσινα
μάτια; Ήταν και παραήταν! Αλλά ήταν τόσο έντονη και ξεχωριστή προσωπικότητα που
η ομορφιά της πέρναγε σε δεύτερη μοίρα. Τουλάχιστον για μένα.
Δεν είχα ποτέ ιδιαίτερα στενές σχέσεις μαζί της. Οι γονείς
της ήταν εκπαιδευτικοί, χημικός η μητέρα και φιλόλογος ο πατέρας και μερικές
φορές μας είχαν κάνει μάθημα αλλά πιο συχνά το μάθημα σε μένα το έκανε η ίδια η
Πέρσα. Μέχρις εκεί ήταν οι σχέσεις μας γιατί εγώ δεν ήμουν πολύ του αθλητισμού
και έπαιζα σπίτι με τον μικρότερο αδερφό μου. Στο σχολείο πάλι, οι παρέες μου
ήταν άλλες.
Στο γυμνάσιο η Πέρσα πήγε στο Αμερικανικό Κολλέγιο κι εγώ στο
δημόσιο του Βύρωνα. Συναντιόμασταν πια αραιά και πού στο δρόμο και λέγαμε μια
καλημέρα, τι κάνεις.
Η Πέρσα πέρασε χημικός μηχανικός από τους πρώτους κι εγώ στην
Ανωτάτη με την δεύτερη. Στο φοιτητικό κίνημα ήμουν πολύ ενεργός ενώ εκείνη
συμμετείχε σε δεύτερο ρόλο. Συναντηθήκαμε το 1973 στην κατάληψη του
Πολυτεχνείου, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια και αγκαλιαστήκαμε.
Αυτό ήταν. Μετά την έχασα. Έμαθα πώς πήγε στην επαρχία για να
δουλέψει σε κάποιο εργοστάσιο. Εγώ είχα βρει δουλειά σε χαρτοποιεία και είχα
παρατήσει τη σχολή. Έγινα εμπορικός αντιπρόσωπος και ταξίδευα στην επαρχία.
Εκείνο το βράδυ του ’87 με την αφόρητη ζέστη, πέρασα από το
βιβλιοπωλείο που ήταν ακριβώς δίπλα από το ξενοδοχείο για να βρω κάτι να
διαβάσω. Ήξερα ότι θα μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ.
Ψάχνοντας είδα το 1934 του Μοράβια και έκανα να το κατεβάσω
από το ράφι, όταν άκουσα τη φωνή της. Γύρισα και την είδα. Φορούσε εφαρμοστή
αθλητική φόρμα, τα μαλλιά της ήταν μακριά και το μακιγιάζ την έκανε να φαίνεται
πολύ διαφορετική απ’ ότι την ήξερα. Όμως η φωνή της ήταν ίδια. Αγκαλιαστήκαμε.
Η Πέρσα με ρώτησε πού μένω και της είπα. Μου πρότεινε να έρθω
στο σπίτι της που ήταν στην άκρη της πόλης, αρκετά δροσερό και με αιρ
κοντίσιον. Αιφνιδιάστηκα και στην αρχή αρνήθηκα αλλά μετά συμφώνησα.
Πήγαμε στο σπίτι της, μια μονοκατοικία επιπλωμένη με κλασικά
κομμάτια και κάτσαμε στη μεγάλη βεράντα. Έφερε ουίσκι και άναψε ένα πούρο. Με
ρώτησε τι κάνω. Της είπα για τη δουλειά, ότι δεν είχα κάνει οικογένεια, ο
αδερφός μου είχε φύγει στην Αυστραλία, ο πατέρας μου δεν ζούσε πια και εγώ
έμενα με τη μάνα μου στο πατρικό. Εκείνη μου είπε ότι έφυγε στην επαρχία για να
πιάσει δουλειά σε εργοστάσιο λιπασμάτων και ότι πριν από πέντε χρόνια έκανε την
δική της επιχείρηση για να αξιοποιήσει μια πατέντα της. Τελικά κατάφερε να
στήσει ένα εργοστάσιο κατασκευής πυρίμαχων υλικών. Ανύπαντρη κι αυτή σαν κι
εμένα.
Βρήκαμε κοινό σημείο στη λογοτεχνία και στη τζαζ και μου
ζήτησε να διαλέξω από την τεράστια συλλογή με τα βινύλια για να ακούσουμε
μουσική από ένα πολύ ποιοτικό στερεοφωνικό συγκρότημα. Φυσικά άφησα την ευθύνη
των επιλογών σε εκείνη και η νύχτα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε και χωρίς να
χρειαστούμε βοήθεια κλιματιστικού. Το πρωί αγκαλιαστήκαμε και αποχωριστήκαμε.
Δεν διατηρήσαμε επαφή. Ώσπου, περίπου τέσσερα χρόνια μετά την
συνάντησή μας, με πήρε τηλέφωνο ένα δικηγόρος από την επαρχία. Με ρώτησε αν
γνωρίζω την Περσεφόνη Αϊβαλιώτη. Όταν του απάντησα θετικά, με πληροφόρησε ότι
δυστυχώς απεβίωσε και με όρισε εκτελεστή της διαθήκης της. Θα έπρεπε να κάνω τον
κόπο να μεταβώ στην επαρχιακή πόλη για να μου ανακοινωθεί η διαθήκη και να
συνεννοηθώ για το τι οφείλω να πράξω.
Η γη έφυγε κάτω από τα πόδια μου. Όλο αυτό ήταν ένα κακό
όνειρο. Χρειάστηκα τρεις μέρες για να συνέλθω στοιχειωδώς. Την τέταρτη μέρα
έφυγα για την επαρχία και το γραφείο του δικηγόρου.
Πρόκειται για μια τραγωδία, μου είπε. Πριν από περίπου ένα
χρόνο σκοτώθηκαν και οι δύο γονείς της Αϊβαλιώτη σε αυτοκινητιστικό. Τώρα
εκείνη έβαλε τέρμα στη ζωή της. Αυτό το τελευταίο το άκουσα σαν μέσα σε όνειρο.
Το επανέλαβα πολλές φορές μέσα μου για να το δεχτώ. Η Πέρσα αυτοκτόνησε.
Τους τελευταίους μήνες είχε ρευστοποιήσει τα πάντα. Το
εργοστάσιο, τα αυτοκίνητα, το σπίτι επιπλωμένο, τις μετοχές. Τα χρήματα και τα
βιβλία τα προόριζε για συγκεκριμένα ιδρύματα που περιθάλπουν κακοποιημένα
παιδιά και γυναίκες. Τα βινύλια και το στερεοφωνικό τα άφηνε σε μένα, μαζί με
δύο κινέζικα βάζα που ήταν σε βιτρίνα. Πρόσθετε ότι επιθυμούσε να ανοίξω τα
καπάκια των βάζων.
Το σπίτι θα παραδινόταν στους καινούργιους ιδιοκτήτες σε δυο
μέρες. Έπρεπε να βιαστώ. Πήρα τα κλειδιά από τον δικηγόρο και πήγα. Η
μονοκατοικία τη μέρα μου φάνηκε διαφορετική. Χωρίς την Πέρσα την ένοιωσα ξένη,
εχθρική. Τα σκούρα ήταν όλα ανοιχτά και το φως χιμούσε μέσα βίαια. Δεν άντεξα,
έκλεισα τα παράθυρα και άναψα φώτα. Είδα την βιτρίνα και τα κινέζικα βάζα.
Τα κατέβασα από την θέση τους και τα άφησα επάνω στο γραφείο.
Ανάμεσα τους, στη βιτρίνα, ήταν ένα κλειδί. Το κατέβασα κι αυτό. Πήρα βαθειά
ανάσα και ξεκαπάκωσα το ένα βάζο. Είδα μέσα στάχτη. Σκέφτηκα ότι ήταν των
γονιών της. Μέσα στις στάχτες βρήκα μια φωτογραφία. Ένας άντρας. Μου φάνηκε
γνωστός. Επανέλαβα την διαδικασία και για το άλλο βάζο. Τα ίδια. Στάχτες και
φωτογραφία άντρα γνωστού. Μα τι; Ανατρίχιασα.
Πριν από λίγους μήνες τα μέσα ασχολήθηκαν για μέρες με δύο
κυνηγούς που εξαφανίστηκαν. Είχαν βρεθεί τα σκυλιά τους να γαυγίζουν μέσα σε
κλουβιά στην καρότσα του αγροτικού, πολύ αίμα στο χώμα, ίχνη από σύρσιμο και
ροδιές από άλλο όχημα. Θυμόμουν ότι οι τύποι αυτοί είχαν συνεργείο αυτοκινήτων
αλλά είχαν και παρτίδες με διακινητές ναρκωτικών. Οι έρευνες είχαν στραφεί προς
τον υπόκοσμο χωρίς αποτέλεσμα. Σιγά-σιγά το θέμα ξεθύμανε.
Είχα αναψοκοκκινίσει. Τα μηλίγγια μου χτυπούσαν ακατάπαυστα.
Το μάτι μου έπεσε στο κλειδί. Άνοιγε ένα συρτάρι του γραφείου. Μέσα ήταν
μερικές σελίδες ταχτοποιημένες. Ένα ιδιόχειρο γραπτό με τον ωραίο και λιτό
γραφικό χαρακτήρα της Πέρσας.
Ενημέρωνε ότι αυτοί οι άνθρωποι την άρπαξαν από τον δρόμο και
την βίασαν όταν ήταν δεκατεσσάρων. Την εγκατέλειψαν σε ένα ερημικό σημείο.
Γύρισε στο σπίτι της, πλύθηκε και συγυρίστηκε. Δεν είπε τίποτα σε κανέναν.
Κράτησε τον αριθμό του αυτοκινήτου.
Από τον αριθμό βρήκε τους δράστες. Πήγε στην επαρχιακή πόλη
και τους αναγνώρισε, έχοντας πάρει προφυλάξεις για να μην την δουν. Μετά
αποφάσισε να εγκατασταθεί εκεί και να περιμένει με υπομονή την ευκαιρία. Μάζεψε
και άλλες πληροφορίες. Δεν ήταν το μοναδικό θύμα. Οι κοπέλες δεν τολμούσαν να
μιλήσουν.
Όταν πέθαναν οι γονείς της, ένοιωσε ότι έφτασε η ώρα. Ήταν
Κυριακή πολύ πρωί. Τους έστησε καρτέρι στο κυνήγι. Τους πυροβόλησε με την
καραμπίνα της και τους φόρτωσε με το παπαγαλάκι στο φορτηγάκι του εργοστασίου.
Τους μετέφερε εκεί και τους μετέτρεψε σε στάχτη στο καμίνι. Είχε μια δουλειά
και την τελείωσε. Έφτασε η ώρα να φύγει κι εκείνη.
Άδειασα τις στάχτες στη λεκάνη της τουαλέτας και έκαψα τις
φωτογραφίες και τα γραπτά. Φόρτωσα το στερεοφωνικό, τα βινύλια και τα βάζα στο
αυτοκίνητο και έφυγα.
Ακούω Τελόνιους Μονκ, πίνω ουίσκι και καπνίζω ένα κοχίμπα. Τα
μάτια μου είναι στραμμένα στη βιτρίνα που πρέπει να βρίσκονται τα κινέζικα βάζα.
Νοιώθω ένα σύγκρυο, σα να περνάει μέσα μου η παγωμένη ψυχή ενός κοριτσιού
δεκατεσσάρων χρονών.
Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2021
Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΕΚΤΟΡΑΣ, Ο ΠΑΠΠΟΥΣ, ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ
Στην άξια
μνήμη του καπετάν Έκτορα.
Τον χάσαμε πριν από τριανταπέντε χρόνια. Δεν ήταν μεγάλος,
ήταν όμως ταλαιπωρημένος από την ελλιπή λειτουργικότητα ενός πληγωμένου
μυοκάρδιου. Άνθρωπος με μια καρδιά
μεγάλη – μεταφορικά – είχε αποκτήσει και μεγάλη καρδιά κυριολεκτικά. Έφυγε
γενναίος, όπως έζησε.
Έμεινε ορφανός από μάνα και πατέρα στα δώδεκα. Έχασε τον
δίδυμο αδερφό του ετών είκοσι, εκτελεσμένο από τους φασίστες γερμανούς και
προδομένο από τους φασίστες έλληνες. Στο μεταξύ είχε μπει στη Σχολή Ευελπίδων
και βγήκε στο δεύτερο έτος – λόγω του πολέμου έκλεισε η Σχολή - με τον βαθμό
του ανθυπασπιστή. Την αποφασιστική ώρα είπε το μεγάλο ΝΑΙ. Πέρασε στην Εθνική
Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΛΑΣ.
Για την προσφορά του στην πατρίδα, ο καπετάν Έκτορας διώχθηκε
και βασανίστηκε. Πρόλαβε να ζήσει την δικαίωση, που για εκείνον ήταν
πολυτιμότερη από κάθε υλικό αντίκρισμα, με την αναγνώριση της Εθνικής
Αντίστασης από το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Την συμμετοχή του στον αγώνα για
την Ελευθερία την θεωρούσε πάντα σαν το κορυφαίο γεγονός του βίου του και την
σπουδαιότερη προσφορά του – κα ας υπήρξε ένας σπουδαίος σύζυγος και πατέρας που
έδωσε πάρα πολλά στην οικογένειά του. Αλλά ποιος λέει ότι το ένα είναι
ανεξάρτητο από το άλλο; Το σημαντικότερο που μας έμαθε ο πατέρας, η μεγαλύτερη
διδαχή του, ήταν η αγάπη για τον άνθρωπο, την πατρίδα, την ελευθερία και την
δημοκρατία. Α, και να είμαστε περήφανοι γι’ αυτό που είμαστε.
Ο Λέλος είχε ταλέντο στο γράψιμο. Έδειξε αυτήν του την
ικανότητα κυρίως σε επιστολές και υπομνήματα. Στο τέλος του βίου του, εκεί που
ο περαματάρης τον κυνηγούσε ανελέητα, βιάστηκε να γράψει απομνημονεύματα. Αν
και κάτω από μεγάλη πίεση χρόνου, αντεπεξήλθε με επιτυχία και τα γραπτά του
είναι πολύτιμη για μας παρακαταθήκη. Μερικά κομμάτια ξεπερνούν το όριο του
στενού οικογενειακού ενδιαφέροντος. Στο απόσπασμα που παραθέτω αυτούσιο
παρακάτω, ισορροπεί αξιοθαύμαστα την λογική με το συναίσθημα. Πριν από εκατό
χρόνια γεννήθηκε ένας άνθρωπος που ήταν πατέρας μου και θα είμαι, όσο ζω,
περήφανος γι’ αυτόν.
«Ο παππούς μου
είχε αρκετά χτήματα και γι’ αυτό λογιζόταν ένας από τους καλύτερους
νοικοκυραίους του χωριού. Τα κτήματα τα έσπερναν στάρι, κριθάρι και διάφορα
άλλα είδη δημητριακών, αλλά η απόδοσή τους ήταν ελάχιστη, για αυτό πολλές φορές
δεν έπαιρναν ούτε το σπόρο. Εκείνα που τους απέδιδαν κάποιο εισόδημα ήταν οι
ελιές και οι συκιές, που αφθονούσαν στην περιοχή και λιγότερο τα αμπέλια, όλα
αυτά όμως είχαν πολύ κόπο για να μαζευτεί ο καρπός. Ασχολιότανε όλη η οικογένεια
μ’ αυτά, ακόμα και τα μικρά παιδιά βοηθούσαν, μάζευαν ελιές και έφταναν σύκα. Και
μ’ όλα αυτά το εισόδημά τους ήταν πολύ μικρό.
Είχαν όμως και
ένα άλλο εισόδημα από την καλαθοπλεκτική. Όλες σχεδόν οι παληές οικογένειες
έπλεκαν καλάθια, από τα πολύ μεγάλα που τα λέγανε «ταρπιά», τα πιο μικρά τις «κόφες»
και τα μικρότερα τα «κοφίνια». Όλα αυτά γινόντουσαν από βέργες λυγαριάς τις
λεγόμενες «καναπίτσες» (το σωστό κουνουπίτσες) πού ήταν ο σκελετός και από
καλάμια, που αποτελούσαν το «γέμισμα» αυτών. Τη δουλειά αυτή την κάνανε όταν
δεν υπήρχαν άλλες γεωργικές εργασίες π.χ. το χειμώνα, που συνήθως μάζευαν και
ετοίμαζαν τα υλικά και το καλοκαίρι. Τα καλάθια αυτά τα πουλούσαν σ’ όλα τα
γύρω χωριά αλλά και σε όλα τα χωριά του νησιού πηγαίνοντας με τα πόδια και
γυρίζοντας πολλές φορές με τον ίδιο τρόπο, γιατί δεν τα πουλούσαν πάντοτε με
χρήματα, αλλά γινότανε ανταλλαγή με άλλα είδη,-όπως σιτάρι, φασόλια, πατάτες,
φακές κλπ.
Για την
κατασκευή των καλαθιών χρησιμοποιούσαν ένα είδος μαχαιριού που το λέγανε «κάτσουνα»
γι’ αυτό και τους συγχωριανούς μου τους λέγανε οι κάτοικοι των γύρω χωριών «κατσουναίους».
Μάλιστα -λέγεται- ότι όταν κάποιον κακολύριανο τον έπιασε ο χωραφάρης (αγροφύλακας
δηλαδή) να κόβει καλάμια ή καναπίτσες από ένα ξένο χωράφι του κατάσχεσε τον κάτσουνα
και τον πήγε στο Δήμαρχο να δικαστεί. (Την εποχή εκείνη έβγαζαν Δήμαρχο πολλά
χωριά μαζί κι ο δήμαρχος έκανε χρέη δικαστή. Ο Δήμαρχος έβγαινε στο χωριό Καλημεριάνοι).
Ο Δήμαρχος τον ρώτησε τι έχει να απολογηθεί και αυτός απάντησε «τον κάτσουνα
κυρ-Δήμαρχε». Αυτό τον έκοβε, το ότι του πήρανε τον κάτσουνα!
Ο παππούς μου
έχασε το φως του όταν εγώ είμανε πολύ μικρός, για αυτό τον θυμάμαι πολύ λίγο με
γερά τα μάτια του να πλέκει καλάθια τα καλοκαίρια κάτω από μία καρυδιά που
υπήρχε στο χτήμα του «Μηλιώτη». Πολλές φορές τον βοηθούσε και ο πατέρας μου σ’
αυτή τη δουλειά. Περισσότερο τον θυμάμαι όταν έμεινε τελείως τυφλός για πολλά
χρόνια,ίσως 6 – 7.Πέθανε το 1933, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα μου, σε ηλικία
πάνω από 60 χρόνων.
Εδώ θα πω λίγα
λόγια για τις φάρσες που του κάναμε και εμείς τα εγγόνια του, που πολλές φορές
έφταναν τον σαδισμό, χωρίς να αισθανόμαστε συμπόνια και θλίψη για την τραγική
του κατάσταση. Έτσι ανελέητα είναι τα μικρά παιδιά στους μεγάλους, δεν
αισθάνονται οίκτο ούτε αγάπη και για τους πιο στενούς συγγενείς. Εμάς μας
διασκέδαζε το ότι καταφέρναμε να τον ξεγελάσουμε, εκμεταλλευόμενοι την αναπηρία
και την απλοϊκότητα του. Μια απ’ αυτές τις φάρσες είναι η πιο κάτω:
Του είπαμε ότι
έπεσε μία μικρή πέτρα από τον ουρανό στο χωράφι του Βαγγέλη Στάμου, που ήταν
κοντά στο Μηλιώτη, που δεν μπορούσε να την μετακινήσει κάνεις, παρ’ όλο που
ήταν τόσο μικρή. Αφού λοιπόν δοκιμάσανε μερικοί συγχωριανοί μας, πήγε και ο
ιδιοκτήτης του χωραφιού να δοκιμάσει και αυτός. Αλλά επειδή ούτε αυτός μπόρεσε
να τη σηκώσει θύμωσε και πήρε μία βαρειά να τη σπάσει. Αλλά η βαρειά κόλλησε
πάνω στην πέτρα και δεν μπορούσε να την ξεκολλήσει. Φαίνεται -του λέμε- την
πέτρα αυτή την έστειλε ο Θεός να δοκιμάσει τους ανθρώπους, ποιοι είναι καλοί
και ποιοι αμαρτωλοί. Όσοι δοκίμασαν να τη σηκώσουν κάνουν κάθε μέρα μετάνοιες
για να τους συγχωρέσει ο Θεός τις αμαρτίες τους. Κι’ ο Βαγγέλης ο Στάμος που δοκίμασε
να τη σπάσει έπεσε βαριά άρρωστος. Τούπαμε και πολλά άλλα για να πιστέψει ότι η
πέτρα αυτή ήταν ιερή και ότι ένας αναμάρτητος θα μπορούσες να τη σηκώσει. Αλλά
πού να βρεθεί τέτοιος, αφού κι’ ο παπάς του χωριού δεν κατάφερε να το κάμει;
Τότε μας
παρακάλεσε να τον πάμε εκεί που ήταν η πέτρα να δοκιμάσει και αυτός την πίστη
του στο Θεό- πίστευε πολύ και έλπιζε ότι ο Θεός θα τον αξίωνε να πετύχει εκεί
που αποτύχανε οι άλλοι.
Αφού τον φέραμε
μερικές βόλτες κρατώντας τον από το χέρι, τόσες που να φανεί ότι διασχίσαμε την
απόσταση από κει που ξεκινήσαμε μέχρι το σημείο της πέτρας, φτάσαμε πάνω από
την πέτρα. Του είπαμε:
Εδώ είναι, σκύψε
να την πιάσεις. Έσκυψε, την έπιασε, αλλά έπιασε και το ξύλο που είχαμε βάλει
πάνω από την πέτρα και το πατούσαμε από τις δύο μεριές, οι μισοί από τη μία και
οι άλλοι μισοί από την άλλη, για να μην μπορεί να τη σηκώσει! Όταν μας ρώτησε, τί
είναι αυτό το ξύλο, του είπαμε ότι είναι το στυλιάρι της βαρειάς του Στάμου που
κόλλησε πάνω της! Βρε τον αθεόφοβο - λέει - και έκαμε το σταυρό του. Είπε «Θεέ
μου βοήθησέ με» και επιχείρησε να τη σηκώσει. Αλλά πού να τη σηκώσει, αφού την
πατούσαμε όλοι μας με το ξύλο; Τότε σήκωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό και
είπε:
Θεέ μου κι’ εγώ
αμαρτωλός είμαι; και δάκρυσαν τα μάτια του. Έκαμε και δεύτερη και Τρίτη προσπάθεια,
αλλά η πέτρα έμενε ακίνητη. Τότε στενοχωρήθηκε πολύ και με βαρειά καρδιά μας
είπε να τον πάμε πίσω. Εμείς οι αθεόφοβοι ούτε σ’ αυτή τη στιγμή δεν τον
λυπηθήκαμε, να τον αφήσουμε να τη σηκώσει να νοιώσει την ικανοποίηση ότι δεν
ήταν αμαρτωλός. Βέβαια, σε αυτό και σε άλλα που του κάναμε φταίγανε οι μεγάλοι
εγγονοί του, γιατί εγώ και ο Νίκος είμαστε πολύ μικροί, 10 χρονών περίπου και
περισσότερο ο εγγονός του από το δεύτερο παιδί του -τον Ξυνιάρη- ο Βασιλάκης-
που έμενε μαζί τους ο παππούς μου.
Αξίζει να
σημειώσω εδώ ότι πολλά άλλα παραμύθια που σκαρφιζόμασταν του τα λέγαμε και τα
πίστευε, εκείνο που δεν μπορούσε να πιστέψει ήταν το αληθινό, το πραγματικό.
Μια μέρα πέρασε
πάνω από το χωριό ένα αεροπλάνο που πήγαινε αργά και χαμηλά -όπως τα αεροπλάνα
εκείνης της εποχής- και έκανε ένα διαβολεμένο θόρυβο. Ο παππούς μας ακούει αυτό
το θόρυβο, που ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για αυτόν και μας ρώτησε, τί ήταν αυτή η
βουή. Εμείς αυτή τη φορά του είπαμε την αλήθεια, ότι είναι ένα σιδερένιο πράγμα
με φτερά και μηχανή που πετάει και μεταφέρει ανθρώπους από τη μία πόλη στην
άλλη. Και το λένε αεροπλάνο. Αδύνατο να το πιστέψει! Η πραγματικότητα για αυτόν
ήταν πάνω από κάθε παραμύθι που του λέγαμε. Μα μήπως είχε άδικο; Τα επιτεύγματα
του ανθρώπου δεν ξεπέρασαν πολλές φορές και την πιο τολμηρή φαντασία; Και το
πιο μεγάλο παραμύθι;».
Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2021
DUNFERMLINE
Εκείνο το πρωί είχα μία, ας την πούμε, υποχρέωση. Είχα
υποσχεθεί στον Κώστα τον Μπότση ότι άμα κέρδιζε ο Θρύλος θα κέρναγα καφέ. Είχα
προσθέσει ότι σε περίπτωση που η ομάδα είχε παίξει και καλά, θα έπινε και
δωρεάν τσίπουρο.
Η ομάδα δεν είχε παίξει καλά αλλά είχε κερδίσει και η
υποχρέωση ήταν υποχρέωση. Από την άλλη ήξερα ότι θα μου ήταν αδύνατο να
σταματήσω στον καφέ – άλλωστε μέχρι εκείνη την ώρα θα είχα πιει τέσσερις στο
σπίτι.
Το ραντεβού ήταν για τις δώδεκα και μισή, η Νάτη είχε φύγει από
τις δώδεκα παρά, γιατί η Κλοντέλ ζητούσε επίμονα βόλτα, ενώ εγώ χασομερούσα στο
τηλέφωνο με τον Αντρέα γιατί του έλεγα διάφορα που δεν τα θυμάμαι. Όταν πιάνω
την κουβέντα με τον Αντρέα μιλάω συνέχεια και ακατάστατα, μια το ένα μια το
άλλο, σα να θέλω να αναπληρώσω τα πολλά χρόνια που δεν είχαμε πολλές κουβέντες.
Έκλεισα το τηλέφωνο αλλά μου είχε μείνει τελευταία
εκκρεμότητα η τουαλέτα που πήγα με το βιβλίο μου, το Χέρτσογκ του Σολ Μπέλοου.
Διάβασα αγχωμένος μια παράγραφο, έκανα κι ένα γρήγορο ντους, με την ώρα να
είναι ήδη δωδεκάμιση.
Χτύπησε το τηλέφωνο, με ψάχνουνε λέω, αλλά τελικά ήταν ο
Μπότσης που ζητούσε πέντε λεπτά παράταση. Σκέφτηκα ανακουφισμένος ότι ευτυχώς
που δεν έδωσε χθες τόση παράταση ο διαιτητής και το σώσαμε το ματσάκι. Έδωσα
ευχαρίστως στον Κώστα παράταση και ξεκίνησα για το Stay, πέντε-έξη λεπτά δρόμος. Ξέχασα να
πω ότι για να μην καθυστερήσω δεν έκοψα τα νύχια των ποδιών και έτσι φόρεσα
αθλητικά αντί για σαγιονάρες. Με τα αθλητικά περπάτησα και πιο γρήγορα, αυτό να
λέγεται.
Φθάνοντας στο Stay είδα και τον φίλο τον Γιώργο, ταλαιπωρημένο κι αυτόν
από το χθεσινό μαρτύριο της ομάδας αλλά δεν είπαμε πολλά γιατί η Νάτη θα έπινε ήδη
το δεύτερο ούζο και δεν κάνει.
Η Κλοντέλ έτρεξε να με υποδεχτεί, η Νάτη έπινε ακόμα το πρώτο
ούζο με μεζέ – εκείνη την ώρα έφτανε το δεύτερο – ενώ ο Κώστας είχε δώσει στον
εαυτό του και δεύτερη παράταση.
Όταν ήρθε ο Κώστας είχα πιει δύο ούζα και κατέφθανε το δικό
του. Για να μην καθυστερούμε είπα στην σερβιτόρα να φέρει κι ένα καραφάκι
τσίπουρο, είχαμε ήδη παραβιάσει κατάφωρα την συμφωνία με τη Νάτη να πιούμε μόνο
από ένα ούζο.
Πάνω στο καραφάκι έφθασε και ο Αντρέας καβάλα στη μοτοσυκλέτα
και τα καραφάκια γίνανε δύο. Μετά χάθηκε λίγο το μέτρημα και δεν μπόρεσα να
τσεκάρω την κατανάλωση από την απόδειξη, λέμε τώρα, γιατί πλήρωσε η Νάτη.
Έφθασα στο σπίτι και δεν θα περιγράψω πώς, γιατί απλούστατα
δεν θυμάμαι. Κοιμήθηκα στο λεπτό κάνοντας έναν ύπνο περίεργο γιατί συχνά-πυκνά
ξυπνούσα και έκανα άσχετες σκέψεις.
Κάποια στιγμή η σκέψη μου πήρε πιο συγκεκριμένη μορφή.
Θυμήθηκα μια εκκρεμότητα που είχα από την δεκαετία του εξήντα. Ο Θρύλος είχε
παίξει για το κύπελλο κυπελλούχων Ευρώπης με μια σκωτσέζικη ομάδα και είχε
χάσει στην Σκωτία με τέσσερα μηδέν. Στην ρεβάνς όμως στο Καραϊσκάκη, κέρδιζε με
τρία μηδέν στο τριακοστό λεπτό. Τελικά δεν μπήκε άλλο γκολ και ο αστικός μύθος
έλεγε ότι η ομάδα είχε χάσει εκτός έδρας με επτά μηδέν και καθώς δεν είχε
μεταδοθεί το ματς ούτε ραδιοφωνικά, η Χούντα το είχε αποκρύψει για να μην
εξευτελισθεί η Ελλάς. Έτσι στην έδρα μας μείναμε στα τρία για να μην
αποκαλυφθεί το ψεύδος.
Χούντα ήταν τότε, πληροφόρηση δεν είχαμε, ίντερνετ δεν υπήρχε
ούτε στην επιστημονική φαντασία και έμεινα με το σαράκι και την θανατερή υποψία.
Βέβαια κάποτε τα ξέχασα αυτά και μαζί ξέχασα το όνομα της σκωτσέζικης ομάδας.
Τώρα όμως ήταν αλλιώς. Ξύπνησα αλαφιασμένος και άρχισα να ψάχνω
το όνομα της ομάδας που ήταν και δύσκολο. Ξεκίνησα το λατινικό αλφάβητο, το κλασικό
κόλπο των γέρων που τσεκάρουν με αγωνία την μνήμη τους, αλλά δεν έβγαζα άκρη.
Και έξαφνα να μια λάμψη: Ντάφερλαϊν, Ντάφερμλαϊν, Ντάμφερλαϊν, εντάξει το
σώσαμε. H Google με διόρθωσε και το όνομα ήταν Dunfermline, προφερόμενο Ντανφέρμλιν. Και να το
αποτέλεσμα της αναζήτησης: Ντανφέρμλιν-Ολυμπιακός 4-0 και 0-3. Και επιπλέον η
Ντανφέρμλιν που τώρα βολοδέρνει στην δεύτερη κατηγορία, ήταν τότε πολύ ισχυρή
και είχε φθάσει μέχρι τα ημιτελικά.
Σα να αφυπνίστηκα, όχι από τα ούζα και τα τσίπουρα της ημέρας
αλλά από τα μάγια μιας κακιάς μάγισσας που φορούσε πράσινα, ζούσε σε σπίτι
γεμάτο αράχνες και είχε εφεύρει τα fake news πολλά-πολλά χρόνια πριν εμφανιστούν
τα social
media.
Πέμπτη 26 Αυγούστου 2021
Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ
Εψές είδα τον παλιόφιλο τον Λάμπη. Γύρισε προχθές αιφνιδιαστικά από την Χώρα των Αποθαμένων. Είχε μεταναστεύσει πριν από εικοσιένα χρόνια ξαφνικά. Δηλαδή όχι ακριβώς ξαφνικά, είχε ένα μήνα περιθώριο να μαζέψει όπως-όπως τα τσουμπλέκια του και να φύγει. Τον αποχαιρετίσαμε βιαστικά μερικοί καλοί φίλοι και μετά πήγαμε να τα πιούμε γερά για το κατευόδιο.
Δυο-τρεις
φορές με επισκέφτηκε στο όνειρο. Στέκονταν αμίλητος με τα χέρια στις τσέπες κι
εγώ ήμουν αμήχανος. Δεν ήξερα τι να πω για να μην τον προσβάλω. Αυτός περνιόταν
για ζωντανός αλλά εγώ ήξερα στα σίγουρα πως μας είχε χαιρετήσει.
Εψές όμως ήταν
αλλιώς. Χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας δυο φορές, όπως το συνήθιζε. Αμέσως
κατάλαβα ότι ήταν αυτός κι ας πέρασαν τόσα χρόνια. Όταν τον είδα ταράχτηκα,
έκανα να τον αγκαλιάσω αλλά δίστασα. Είναι βλέπεις και ο κορωνοϊός που μας έχει
αλλοιώσει τα αντανακλαστικά.
Αυτός πάντως
με αγκάλιασε. Ίδιος κι απαράλλαχτος, μιας και όπως φαίνεται στη Χώρα των
Αποθαμένων δε μετράνε τα χρόνια. Λίγο πιο ωχρός ίσως.
Σίγουρα
ήμουνα αρκετά σαστισμένος και δεν ήξερα ούτε τι έπρεπε να πω ούτε τι έπρεπε να
κάνω. Τελικά κάτσαμε στο τραπέζι της κουζίνας και τον ρώτησα αν θέλει να πιει
κάτι. Μου ένευσε καταφατικά και του έβαλα ουισκάκι. Δεν ήξερα αν έπρεπε αλλά το
έκανα το καλαμπούρι μου: τώρα εσύ έχεις συνηθίσει
το νέκταρ αλλά δε μου βρίσκεται απ’ αυτό.
Ο Λάμπης όμως
βρήκε ευκαιρία να εξηγηθεί: πιστεύεις και
συ αυτές τις χαζαμάρες; Εκεί φίλε μου Γιώργη τα πράγματα είναι αλλιώς και ότι έχεις
ακούσει είναι παραμύθια ή υπαινιγμοί. Άμα έχεις υπομονή θα στα εξηγήσω όμορφα.
Είμαι όλος αυτιά, του είπα. Και ο Λάμπης ξεκίνησε να μιλάει
χωρίς βιασύνη, με τη μακαριότητα που τον χαρακτήριζε και πριν μεταναστεύσει στη
Γη των Μακάρων.
Είσαι των θετικών επιστημών, μου είπε, και θα στα εξηγήσω στη γλώσσα μας γιατί δεν εξηγούνται και αλλιώς. Ο
Μπάμπης ήταν πολιτικός μηχανικός. Εκεί
δεν υπάρχει γεωμετρικός χώρος ούτε χρόνος ούτε αισθήσεις. Υπάρχουν δύο
συναισθήματα, η χαρά και η λύπη. Και να το ξεκαθαρίσουμε, δεν υπάρχει Κόλαση και
Παράδεισος.
Γέλασα. Δηλαδή θέλεις να πεις ότι δεν υπάρχουν
καζάνια από τη μια και γάργαρα νερά με πουλάκια ωδικά από την άλλη; Δεν σε
ξεχωρίζουν από τις χαρακιές στο μέτωπο για να σε στείλουν από δω ή από κει; Οι
εμβολιασμένοι δεν βλέπουν τον Τρισκατάρατο και οι ανεμβολίαστοι τον γλυκύ
Ιησού;
Γέλασε. Εντάξει, αυτά είναι παπαριές φυτεμένες στο
προσήλι. Εγώ σου μιλάω για συναισθήματα. Δεν υπάρχει μόνο χαρά ή μόνο λύπη.
Υπάρχει χαρά και λύπη σε ποσοστά. Οι ψυχές στο επέκεινα διαφέρουν από τις ψυχές
στη ζωή. Στην ουσία είναι συναρτήσεις πιθανότητας. Ο ψυχικός χώρος του επέκεινα
είναι δύο διαστάσεων. Η πιθανότητα στον ένα άξονα και το ποσοστό χαράς (ή
λύπης, που είναι συμπληρωματικό) στον άλλο. Σου δίνω παράδειγμα, αν και για
σένα δεν χρειάζεται. Το να έχω ποσοστό χαράς από εβδομήντα έως εβδομηνταπέντε
τοις εκατό έχει πιθανότητα πέντε τοις εκατό.
Τον
παρακολουθούσα εκστασιασμένος αλλά και σκεπτικός. Δηλαδή είχαν δίκιο οι πυθαγόρειοι και οι άλλοι που πίστευαν ότι πίσω
και πάνω απ’ όλα είναι οι αριθμοί!
Και πού ‘σαι ακόμα, μου λέει ο Λάμπης. Για να έχεις μια καλή πιθανότητα χαράς στο
επέκεινα, μετράει μόνο η συνάρτηση χαράς στη ζωή. Σαν συνάρτηση του χρόνου όμως.
Από κει και πέρα υπάρχουν οι περίφημοι μετασχηματισμοί hh – από το heaven και hell – που
μετατρέπουν την χρονική συνάρτηση σε συνάρτηση πιθανότητας, όταν περάσεις στην άλλη
πλευρά. Αυτοί οι μετασχηματισμοί δεν διδάσκονται στη ζωή.
Δηλαδή μου λες Λάμπη – για να
καταλαβαίνουν και οι άμοιροι αναγνώστες μου που δεν είναι όλοι μαθηματικοί –
ότι για να χαίρεσαι στο επέκεινα πρέπει να χαίρεσαι και στη ζωή.
Α γεια σου, μου είπε ο φίλος μου ο Λάμπης και κατέβασε μονοκοπανιά το ουισκάκι του.
Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021
ΘΕΣΕΙΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
για μικρούς και μεγάλους
Η ιστορία
αυτή είναι αυθεντική και μου τη μετέφερε αυτόπτης μάρτυς. Εντάξει, ο λόγος
είναι λόγος και ο καθένας έχει το προσωπικό του στιλ. Συνεπώς σας τη μεταφέρω
με τη σειρά μου όπως την καταλαβαίνω και την αισθάνομαι.
Μια καλή
παρέα συναδέλφων, με τη σχέση τους σφυρηλατημένη στις ειδικές συνθήκες της δημοσιοϋπαλληλικής
σταδιοδρομίας, μαζεύεται για πρώτη φορά συν γυναιξί και τέκνοις για να
γιορτάσει την προαγωγή του τελευταίου μέλους της που είχε παραμείνει χωρίς το
επίδομα της θέσης ευθύνης.
Όπως διευκρινίσαμε,
μαζί με τους μεγάλους μαζεύτηκαν και οχτώ παιδάκια, τέσσερα αγοράκια και τέσσερα κοριτσάκια, από τεσσάρων μέχρι εφτά χρονών. Στα παιδάκια αυτά είχαμε δύο Δανάες
και δύο Λυδίες, δύο Κωνσταντίνους και δύο Αλέξανδρους, σύνολο οχτώ - το
ξαναλέμε. Καμία Μαίρη, καμία Καίτη ούτε Κώστας και Αλέκος - εννοείται.
Αφού δώσανε
την υπόσχεση ότι θα παίξουν όμορφα αλλά φρόνιμα, τα παιδιά μαζεύτηκαν στο
ευρύχωρο υπνοδωμάτιο της Δανάης ‘Ένα, έξη χρονών, κόρης της υπαλλήλου που πήρε
το εορταζόμενο επίδομα. Πήραν λοιπόν τα παιδάκια τα κινητά των μεγάλων και
βλέπανε βιντεάκια με την Πέπα ή παίζανε παιχνιδάκια, το καθένα μόνο του.
Οι μεγάλοι
ήταν πιο κοινωνικοί και όπως πάντα έπιασαν με ενθουσιασμό και χάχανα την
κοινωνική κριτική που αφορούσε τους συναδέλφους τους, απασχόληση πολύ οικεία
που τους βοηθούσε να περνάνε αγόγγυστα τον χρόνο του ωραρίου στην υπηρεσία.
Κάποια
στιγμή ήρθε και ο διασκεδαστής, ο κλόουν, που είχε φροντίσει να «κλείσει» η
οικοδέσποινα για να απασχολήσει δημιουργικά τα παιδιά. Οι μεγάλοι δεν είχαν
ανάγκη από έναν κλόουν παραπάνω για να διασκεδάσουν.
Μόλις ήρθε ο
κλόουν έγινε ένας σχετικός χαμός, τα μισά παιδάκια δεν ήθελαν να αφήσουν τα
κινητά των μεγάλων ενώ τα άλλα μισά ούρλιαζαν κλόουν – κλόουν. Αφού ο
διασκεδαστής έπεισε τους αντιρρησίες μετά κόπων και βασάνων να αφήσουν τα
κινητά, ξεκίνησε το πρόγραμμα. Για αρχή έκανε μερικά μαγικά κόλπα και μετά
έβαλε τα παιδάκια να συμμετάσχουν σε κάποιο διαγωνισμό.
Στο κρίσιμο
σημείο της εξήγησης των κανόνων του διαγωνισμού, ο Κωνσταντίνος Δύο, ένα από τα
μικρότερα παιδάκια που έπληττε θανάσιμα και δεν καταλάβαινε από λόγια και
κανόνες, άρπαξε ένα κομμάτι πίτσα και το πέταξε στον κλόουν. Ο διασκεδαστής
έκανε μια αστεία κίνηση για να αποφύγει τη βολή του πιτσιρικά και τότε έγινε το
σώσε. Άρχισαν να εκσφενδονίζονται από παντού πίτσες και αναψυκτικά μαζί με
βροχή πατατάκια και ποπ κορν. Ο κλόουν είχε χάσει πια τον έλεγχο και η οικοδέσποινα
έσπευσε αγανακτισμένη να τον διώξει πυξ λαξ.
Με τη
συνδρομή και των άλλων γονέων που κρυφογελάγανε γιατί δεν ήταν δικό τους το
σπίτι, η μαμά της Δανάης Ένα είπε στην κόρη της να παίξουν τους μεγάλους. Αυτό
είναι ένα σπουδαίο παιχνίδι που υποτίθεται ότι περιορίζει τον κίνδυνο ατυχημάτων.
Η μικρή
Δανάη Ένα ήταν κωλοπετσωμένη σαν τη μάνα της και μπήκε κατευθείαν στο νόημα του
ρόλου. Πρότεινε στα άλλα παιδιά να παίξουν τις «θέσεις ευθύνης», αυτή την
προσφιλή δραστηριότητα των μεγάλων.
Σύμφωνα με το
μικρό σατανά Δανάη Ένα, όποιος έχει θέση ευθύνης θα έχει υπ’ ευθύνη του κάποιον
άλλο. Ο Κωνσταντίνος Ένα τον Αλέξανδρο Ένα, ο Αλέξανδρος Ένα την Λυδία Δύο, η
Λυδία Δύο τον Αλέξανδρο Δύο, ο Αλέξανδρος Δύο την Δανάη Δύο, η Δανάη Δύο τον
Κωνσταντίνο Δύο, ο Κωνσταντίνος Δύο την Λυδία Ένα και η Λυδία Ένα τον
Κωνσταντίνο Ένα. Έτσι όμως έμεινε έξω από τον κύκλο η Δανάη Ένα η οποία πολύ
φυσικά δήλωσε πως εκείνη θα προσέχει όλους τους άλλους.
Αυτό που
ήξεραν σίγουρα τα παιδιά γιατί το είχαν μάθει καλά από τους μεγάλους είναι ότι «θέση
ευθύνης» σημαίνει χρήματα. Πήραν λοιπόν τα χαρτονομίσματα της “Monopoly” και τα μοίρασαν ένα-ένα, στο
τελευταίο γύρο όμως κάποιοι πήραν χαρτονόμισμα και κάποιοι όχι αλλά ενώ είχαν
αρχίσει τα κλάματα και οι διαμαρτυρίες, η Δανάη Ένα βρήκε την λύση. Πήρε τα παραπάνω
χαρτονομίσματα με το ακλόνητο επιχείρημα ότι αυτή είχε την ευθύνη όλων.
Αφού έγινε
κι αυτό, τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν γιατί δεν υπήρχε δράση στο
παιχνίδι. Κάποια παιδιά είπαν να ξαναπάρουν τα κινητά αλλά η Δανάη Ένα δεν
ήθελε να εγκαταλείψει το παιχνίδι και την προνομιακή της θέση, είχε λοιπόν την
ιδέα να ρωτήσουν τη μαμά της τι να κάνουν.
Η
οικοδέσποινα πάλι, είχε την ετοιμότητα να τους πει ότι στα καθήκοντα της «θέσης
ευθύνης» είναι και η αξιολόγηση. Τους εξήγησε με απλά λόγια τι σημαίνει
αξιολόγηση και κανένας δεν κατάλαβε τίποτα εκτός από την κόρη της που
αντιλήφθηκε ότι αξιολόγηση είναι να κάνεις τη ζωή δύσκολη σε εκείνον που έχεις υπ’
ευθύνη σου.
Ο
Κωνσταντίνος Ένα έπιασε επιτέλους το νόημα και έριξε μια σφαλιάρα σβουριχτή
στον Αλέξανδρο Ένα που πήγε να βάλει τα κλάματα αλλά ξαφνικά του έκοψε κι έριξε
μια ακόμη πιο σβουριχτή στην Λυδία Δύο που δεν έχασε καιρό και την άστραψε στον
Αλέξανδρο Δύο και ούτω καθεξής μέχρι που έκλεισε ο κύκλος με συνεχώς αυξανόμενη
την ένταση της σφαλιάρας.
Στο τέλος
όλοι ήθελαν να κλάψουν για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση αλλά η Δανάη Ένα τους θύμισε
ότι αυτή δεν είχε παίξει και αφού είχε την ευθύνη όλων τους θα έπρεπε
απαραίτητα να μοιράσει σφαλιάρες. Εκεί όλοι τα χάσανε εκτός από τον Κωνσταντίνο
Δύο που είχε πετάξει πρώτος την πίτσα στον κλόουν. Ο πιτσιρικάς σηκώθηκε και με
ξαφνική κίνηση σφαλιάρισε δυνατά την Δανάη Ένα.
Αυτό ήταν το
σύνθημα. Όλο το αδικημένο και καταπιεσμένο τσούρμο της πιτσιρικαρίας σηκώθηκε
και έδωσε τα ρέστα του στο σβερκάκι της Δανάης Ένα που έκλαιγε απαρηγόρητη και
φώναζε ότι αυτό δεν είναι δίκαιο και δεν είναι έτσι το παιχνίδι της αξιολόγησης.




